Η κατάκτηση της γλώσσας μας επιτρέπει να εκφράσουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, ενώ μας δίνει τη δυνατότητα να μοιραστούμε ιστορίες. Τώρα, αν θα πούμε αλήθειες ή ψέματα, είναι ένα άλλο ζήτημα. Στα μικρά παιδιά πάντως είμαστε σαφώς πιο επιεικείς απέναντι στην τάση τους να υπερβάλλουν ή να ψεύδονται. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί γονείς ανησυχούν με τα ψέματα των παιδιών τους, οπότε είναι χρήσιμο να εξηγήσουμε πότε το ψέμα είναι αναμενόμενο ή παθολογικό, αλλά και με ποιο τρόπο καλούνται οι γονείς να διαχειριστούν το φαινόμενο του μικρού Πινόκιο που μεγαλώνει στο σπίτι τους.

Το ψέμα είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο κατά την προσχολική ηλικία, από την έναρξη της ομιλίας μέχρι περίπου τα 5 με 6 έτη, όπου το νήπιο διακατέχεται από την «μαγική» σκέψη, η φαντασία του είναι ανεπτυγμένη, ενώ τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία είναι δυσδιάκριτα, και αυτό επειδή δεν έχει ωριμάσει η περιοχή του εγκεφάλου που ρυθμίζει αυτή τη λειτουργία. Συνεπώς, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, δεν ψεύδονται συνειδητά, απλώς υπερβάλλουν στην περιγραφή τους και προσθέτουν φανταστικά στοιχεία στις αφηγήσεις τους. Είναι μάλιστα αρκετά υποβόλιμα και αντλούν ιδέες από τα παραμύθια. Τα ψέματά τους δεν έχουν δόλο ή πρόθεση και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να τιμωρούνται. Καλό θα είναι οι γονείς να βοηθήσουν τα μικρά παιδιά να διακρίνουν το πραγματικό από το φανταστικό, να τους εξηγήσουν ότι είναι προτιμότερο να λένε τα πράγματα όπως συμβαίνουν και σίγουρα να εξοπλιστούν με χιούμορ και υπομονή.

Τα ψέματα σε παιδιά σχολικής ηλικίας επίσης είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο, αλλά και πιο συνειδητό, καθώς το παιδί 6- 12 ετών έχει επίγνωση ότι λέει ψέματα. Εάν η συμπεριφορά αυτή γίνεται σε μέτριο βαθμό μπορούμε να το θεωρήσουμε φυσιολογικό και να διερευνήσουμε τους λόγους για τους οποίους το παιδί οδηγείται στο ψέμα. Τα παιδιά μπορεί να λένε ψέματα για να:

 

Το ψέμα όμως μπορεί και να κρύβει την ενόχληση του παιδιού με μια κατάσταση, για παράδειγμα να λέει ψέματα ότι το πονάει η κοιλιά του για να αποφύγει να πάει στο σχολείο, επειδή το κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά.

Σε κάθε περίπτωση, οι γονείς παιδιών σχολικής ηλικίας θα πρέπει να διαχειριστούν τα ψέματα χωρίς τσακωμούς, αίσθημα πανικού και αρνητικούς χαρακτηρισμούς για το παιδί. Δεν είναι βοηθητικό να χαρακτηρίσουμε ως «ψεύτη» ένα παιδί. Αυτό που χρειάζεται από πλευράς των γονέων είναι να παρατηρήσουν πότε λέει ψέματα το παιδί τους, να μην ερμηνεύσουν αυθαίρετα το ψέμα του, αλλά να συζητήσουν ήρεμα μαζί του. Να του επισημάνουν ότι αντιλήφθηκαν το ψέμα, να το ρωτήσουν πώς και είπε ψέματα, να του εξηγήσουν τις αρνητικές συνέπειες που φέρνει στη ζωή μας ένα ψέμα και το όφελος της αλήθειας. Ας μην ξεχνούν οι γονείς να είναι ειλικρινείς οι ίδιοι, καθώς αποτελούν πρότυπο συμπεριφοράς για τα παιδιά τους. Καλό θα ήταν επίσης, να δείξουν εμπιστοσύνη στα παιδιά τους και να μην είναι υπερβολικά αυστηροί, για να μην χρειάζεται να κρύβονται και να δικαιολογούνται τα παιδιά τους. Να ζητήσουν από τα παιδιά τους να τους λένε την αλήθεια και να επιβραβεύουν την ειλικρίνειά τους. Όσο πιο ουσιαστική είναι η σχέση των γονέων με τα παιδιά τους και όσο πιο στενή η επικοινωνία, τόσο πιο εύκολα θα περιοριστεί η φυσιολογική τάση των παιδιών σχολικής ηλικίας να καταφεύγουν στο ψέμα.

Παθολογικό λοιπόν θα θεωρήσουμε το ψέμα που παρατηρείται εξαιρετικά συχνά σε παιδιά άνω των 6 ετών, όταν το ψέμα είναι πιο συχνό από τα γεγονότα που αναφέρει το παιδί, όταν ψεύδεται σε όλους και για κάθε πτυχή της ζωής του. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκτός από τα παραπάνω βήματα, θα χρειαστεί να απευθυνθούν οι γονείς σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας.

Ένα γλυκό και χαριτωμένο ψέμα μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια δόση χιούμορ από τους γονείς, όταν όμως το ψέμα αποτελεί σταθερό μοτίβο συμπεριφοράς για ένα παιδί, τότε χρειάζεται μια κατάλληλη γονική παρέμβαση για την αντιμετώπισή του.