Οι Κορυφιώτες, πιστοί στην παράδοση και στα έθιμα του τόπου τους, τίμησαν και φέτος τον Άι-Θανάση με λειτουργία και γλέντι στο αγαπημένο τους ξωκλήσι, σκαρφαλωμένο ανάμεσα στις βαλανιδιές και τις πέτρες του βουνού. Από νωρίς το πρωί, ο τόπος άρχισε να ζωντανεύει.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας κατηφόριζαν το μονοπάτι,, κουβαλώντας μαζί τους μνήμες και προσδοκίες. Η καμπάνα χτύπησε αργά, μεστός ο ήχος της, και απλώθηκε στον αέρα σαν κάλεσμα.
Η θεία λειτουργία τελέστηκε μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα· το λιγοστό φως των κεριών τρεμόπαιζε στα πρόσωπα των πιστών, ενώ το θυμίαμα ανέβαινε ψηλά, ανακατεύοντας την προσευχή με τη σιωπή. Εκεί, μέσα στο μικρό ξωκλήσι, ο χρόνος έμοιαζε να σταματά και οι άνθρωποι να στέκονται πιο κοντά ο ένας στον άλλον.
Έξω, όμως, η ζωή είχε ήδη πάρει τον δρόμο της. Η φωτιά έκαιγε δυνατά και το μεγάλο καζάνι έβραζε τις τσιγαρίδες, σκορπίζοντας μυρωδιές που θύμιζαν παλιά πανηγύρια και χειμώνες αλλοτινούς. Στις ψησταριές, τα λουκάνικα ψήνονταν σιγά σιγά, με τους άντρες να γυρίζουν τα κάρβουνα και να πειράζονται μεταξύ τους, ενώ οι γυναίκες ετοίμαζαν τα τραπέζια και τα κρασιά και το τυροκομείο «ζηκος» ετοίμαζε πιατέλες με τυριά.
Μόλις τελείωσε η λειτουργία και βγήκε ο παπάς να μοιράσει το αντίδωρο, ο κόσμος συγκεντρώθηκε στο προαύλιο. Εκεί, κάτω από τον καθαρό ουρανό, και παρά το κρύο, το γλέντι άναψε. Τα ποτήρια γέμισαν, τα γέλια πλήθυναν και τα τραγούδια ακούστηκαν δυνατά, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Ήταν ένα γλέντι απλό, μα αληθινό· ένας τρόπος να τιμήσουν τον άγιο, να κρατήσουν ζωντανή την παράδοση και να θυμηθούν πως, όσο υπάρχουν τέτοιες στιγμές, ο τόπος και οι άνθρωποί του δεν χάνονται.
Από fb: Βασίλης Παπαδημούλης/Το Βόιον






























