Γράφει ο Στέφανος Πράσσος
Την Πρωτομαγιά του 1944, οι δυνάμεις κατοχής, σε αντίποινα για την εξόντωση ενός Γερμανού στρατηγού και του επιτελείου του, εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής 200 αγωνιστές, αντιστασιακούς, κομμουνιστές, που τους πήραν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Απ’ αυτούς, περίπου 135 ήταν πρώην κρατούμενοι στην Ακροναυπλία και γύρω στους 25 πρώην εξόριστοι στην Ανάφη. Όλοι ήταν Κομμουνιστές και η συντριπτική πλειοψηφία τους μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Υπήρχαν και αρκετοί αντιστασιακοί, μέλη του ΕΑΜ και άλλων οργανώσεων, που τους συνέλαβαν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί την περίοδο 1941-1944.
Ανάμεσα στους 200 εκτελεσθέντες είναι και πέντε (5) αγωνιστές, όλοι μέλη του ΚΚΕ από το Νομό Κοζάνης. Ο 38χρονος οικοδόμος Νικόλαος Πλακοπίτης από την Κοζάνη, ο Γιάννης Στάθης (Γιαννάκος) εργάτης γης από τα Σέρβια, Ο Αιβατζίδης Γιώργος μάγειρας από τα Σέρβια, ο Βασίλης Παπαβασιλείου δάσκαλος από το Βελβεντό και ο Δημήτρης Δημητριάδης αγρότης από την Πτολεμαΐδα.
Ο Νίκος Πλακοπίτης γεννήθηκε το 1906 στην Κοζάνη. Μέλος και στέλεχος του ΚΚΕ, υπήρξε ανταποκριτής του Ριζοσπάστη και εκδότης της εφημερίδας «Παλλαϊκό Μέτωπο».
Ο Νίκος Πλακοπίτης διετέλεσε πρόεδρος του Συνδικάτου οικοδόμων Κοζάνης, μέσα από Δ.Σ που προέκυψε από τις εκλογές που έγιναν στο Συνδικάτο στις 6/5/1934. Ο Πλακοπίτης κατάφερε μαζί με τους συντρόφους του να αποσπάσει το Συνδικάτο οικοδόμων από τα χέρια της εργοδοσίας, που το έλεγχε από την ίδρυσή του ακόμα. Το 1936 πιάστηκε και στάλθηκε εξορία. Το 1937 μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία και από εκεί στις φυλακές Λάρισας όπου έμεινε περίπου ένα χρόνο και τον Σεπτέμβρη του 1943 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Στήθηκε παλληκαρήσια και εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, μαζί με άλλους 200 Κομουνιστές και άλλους αγωνιστές, την Πρωτομαγιά του 1944, τραβώντας μπροστά στο χορό και τραγουδώντας.
Στις 25/3/1933 συμμετείχε στις εκλογές ως υποψήφιος του ΚΚΕ με το ψηφοδέλτιο Ε.Μ.Ε.Α (Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών). Δεν εκλέχθηκε βουλευτής αλλά έκανε πολύ σημαντική δουλειά, σπάζοντας την τρομοκρατία και το φόβο, με ομιλίες σε ανοιχτές συγκεντρώσεις στην Κοζάνη, στα Σέρβια, στην Ποντοκώμη κλπ. Το θάρρος του αναστάτωσε τους αντιδραστικούς στην Κοζάνη οι οποίοι οργανώθηκαν για να αντιμετωπίσουν τον «Μπολσεβίκικο Κίνδυνο» σε συνεργασία πάντα με την αστυνομία. Γι αυτό το 1933 τον έστειλαν για πρώτη φορά εξορία μαζί με άλλους κομουνιστές στα νησιά Φολέγανδρο και Ανάφη. Το 1934 τον ξαναέστειλαν στην εξορία στον Αι Στράτη. Βγήκε τον Φλεβάρη του 1936 έπειτα από γενική πολιτική αμνηστία που δόθηκε. Ξαναπιάστηκε με τη δικτατορία του Μεταξά το 1936 στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης.
Το Γενάρη του 1936 ο Νίκος Πλακοπίτης ξανακατέβηκε με το ΚΚΕ, υποψήφιος του Παλλαϊκού Μετώπου, που τότε έβγαλε 16 έδρες. Οι «φιλελευθερόφρωνες» του Ιωάννη Μεταξά εξέλεξαν 7 βουλευτές εκ των οποίων οι τρεις αποσκίρτησαν. Αυτό δεν εμπόδισε τον Μεταξά, σε λίγους μήνες να γίνει πρωθυπουργός , έχοντας μόνο τρεις βουλευτές, με στήριξη του Βασιλιά και με τις ψήφους όλων των αστικών κομμάτων. Λίγο αργότερα, στις 4 Αυγούστου του 1936 κήρυξε δικτατορία, πάλι με τη στήριξη του παλατιού και οδήγησε στις εξορίες και στις φυλακές χιλιάδες Κομουνιστές, μαζί και τον Πλακοπίτη αλλά και άλλους αγωνιστές και δημοκράτες και αργότερα τους παρέδωσε σιδηροδέσμιους στους καταχτητές.
Τον Οκτώβριο του 1940, ο Πλακοπίτης ήταν φυλακισμένος στην Ακροναυπλία μαζί με άλλους 600 κομμουνιστές που το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά θεωρούσε σκληρούς και αμετανόητους κομμουνιστές. Στις 28 Οκτώβρη ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Με έγγραφο, που το υπέγραψαν όλοι οι φυλακισμένοι της Ακροναυπλίας, ζητούσαν από τους Μεταξά -Μανιαδάκη να τους βγάλουν από τη φυλακή και να τους στείλουν στο Μέτωπο να πολεμήσουν τον φασισμό. Ο Μεταξάς με τον υπουργό Μανιαδάκη το αρνήθηκαν και τους ζητούσαν δηλώσεις μετανοίας.
Τον Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί ναζιστές κατέκτησαν την Ελλάδα και έφτασαν στην Αθήνα. Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κοριζής, που αντικατέστησε τον Μεταξά, μετά τον θάνατό του, τον Γενάρη του 41, αυτοκτόνησε. Στη θέση του διορίστηκε από τον Βασιλιά ο τραπεζίτης Εμμανουήλ Τσουδερός ο οποίος αναβάθμισε τον Μανιαδάκη από υφυπουργό Ασφαλείας σε Υπουργό. Ο Βασιλιάς και όλη η Κυβέρνηση Τσουδερού, μαζί κι ο Μανιαδάκης, εγκατέλειψαν τη Χώρα στο έλεος των κατακτητών και για να σώσουν το τομάρι τους, έφυγαν πρώτα στην Κρήτη κι από εκεί στο Κάιρο. Μαζί τους πήραν το χρυσό και λεηλάτησαν τα ταμεία. Φεύγοντας εξέδωσαν διάταγμα με την υπογραφή του Μανιαδάκη που όριζε στις αρχές να αφήσουν ελεύθερους τους ποινικούς κρατούμενους αλλά τους πολιτικούς, κυρίως τους κομμουνιστές, να τους παραδώσουν, με πρωτόκολλα, στους κατακτητές. Οι εξόριστοι στα νησιά και οι φυλακισμένοι στην Ακροναυπλία ζήτησαν πάλι από τις αστυνομικές αρχές να μην τους παραδώσουν στους κατακτητές και να τους απελευθερώσουν για να οργανώσουν την Αντίσταση. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις στα νησιά που όντως τους απελευθέρωσαν ή έκαναν τα στραβά μάτια, οι περισσότεροι «Έλληνες» φρουροί παρέδωσαν τους φυλακισμένους και τους εξόριστους δεμένους στους Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές. Αυτοί τους κρατούσαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως όμηρους και τους εκτελούσαν κάθε φορά που χρειάζονται θύματα για αντίποινα κατά των Ελλήνων αντιστασιακών.
Ο Σκληρός Κοζανίτης οικοδόμος που τάιζε στη χούφτα του αγριοπερίστερα
Τον Νικόλα Πλακοπίτη περιγράφει ο σύντροφος και συντοπίτης του, Ζήσης Τσαμπούρης: Μας μίλησε αρκετή ώρα πάνω στον Αϊ Λιά. Μας είπε ότι η λευτεριά δε δωρίζεται ούτε χαρίζεται, αλλά καταχτιέται. Άμα ενωθούμε όλοι μαζί θα τους φάμε τους κοιλαράδες. Ο Νικόλας τέτοιος ήταν και έτσι μιλούσε, βροντερά και με κινήσεις των χεριών. Ήταν πολύ αποφασιστικός, πολύ γερός και αλύγιστος σ’ εκείνα που υποστήριζε. Άντρας κανονικού αναστήματος, με πλατιά στήθη, ώμους σαν βράχια και χέρια σαν ατσάλια, που αν θύμωνε, αλίμονο, αν σ έβαζε στα χέρια του. Οι εχθροί του τον σέβονταν περισσότερο από εμάς που τον αγαπούσαμε. [1]
Τα αγριοπερίστερα του Πλακοπίτη στον Αι Στράτη
Ο Κώστας Βάρναλης που το 1935 βρέθηκε εξορία στον Αι Στράτη μαζί με τον Νικόλα Πλακοπίτη αναφέρει στο βιβλίο του. Τα αγριοπερίστερά μας είναι κι αυτά από τα πιο αγαπημένα μας όντα. Την ημέρα είναι στο μαγειρείο. Το βράδυ έρχονται στο θάλαμο και κοιμούνται. Δηλαδή όπου πάμε κι αυτά μαζί. Όταν συνεδριάζει η Κολεχτίβα, λαβαίνουνε κι αυτά μέρος. Πετάνε μέσα στο θάλαμο και πηδάνε από κεφάλι σε κεφάλι. Οι σύντροφοι δεν τα διώχνουνε. Ο φροντιστής τους ο αξέχαστος Πλακοπίτης τα ταγίζει στο χέρι του. Δεν τρώνε άλλο από λαθούρι. Κι η κολεχτίβα τους άνοιξε πίστωση!….. Επειδή με την πολύ τους οικειότητα γενήκανε στο τέλος ενοχλητικά «ελήφθη απόφασις» να κλειστούνε στο κοτέτσι. Και για να ζευγαρώσουνε. Τα λυπόμουνα γιατί τα αγαπούσα πολύ! Όπου να μια μέρα ο Πλακοπίτης τους άνοιξε την πόρτα και τ’ άφησε λεύτερα να πετάξουν στον ήλιο! [2]
-Σας δίνω…. αμνηστία τους είπε.
Τα αγριοπερίστερα του Αι Στράτη εμφανίζονται στη Θεσσαλονίκη
Όμως αυτή η ιστορία του Πλακοπίτη με τα περιστέρια δε σταματά εδώ, έχει και συνέχεια όπως μας τη διηγήθηκε ο Ζήσης Τσαμπούρης στα «τετράδια της μνήμης»: Ήταν αρχές του 1936 όταν ο Ζήσης Τσαμπούρης υπηρετούσε τη θητεία του στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, στη Θεσσαλονίκη όπου μια Κυριακή απόγευμα ήταν ελεύθερος και βγήκε περίπατο στην Πόλη. Στην Εγνατίας ακουσε μια φωνή, -Ζήση… Ήταν ο Νικόλας, ο Πλακοπίτης, μόλις είχε επιστρέψει από την εξορία λόγω αμνηστίας. (Τον Δεκέμβριο του ‘35 είχαν ξεσπάσει απεργίες πείνας σε όλα τα νησιά εξορίας και φυλακών. Τους συμπαραστάθηκε και ο λαός με απεργίες, διαδηλώσεις και υπομνήματα στον βασιλιά και τα κόμματα. Τελικά και με την πίεση της παγκόσμιας κοινής γνώμης αναγκάστηκαν να τους δώσουν αμνηστία).
Αφού αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και κλάψανε από συγκίνηση κι οι δυο πήγανε σ ένα καφενείο να τα πούνε και να πιούν κάνα τσίπουρο. Μόλις κάθισαν στο τραπέζι ο Νικόλας άνοιξε ένα κλουβί που κουβαλούσε μαζί του και βγήκαν δυο περιστέρια που αφού έκαναν έναν κύκλο ανέβηκαν και κάθησαν στους ώμους του. Όπως του διηγήθηκε, όταν στον Αι Στράτη άνοιξε την πόρτα κι «έδωσε αμνηστία στ’ αγριοπερίστερα», δυο απ αυτά δεν έφυγαν, έμειναν και κάθισαν στους ώμους του Πλακοπίτη!
-Τους έδωσα αμνηστία, του είπε, αλλά αυτά τα δυο δεν την ήθελαν και ήρθαν μαζί μου.
Όμως υπάρχει και κάτι άλλο που το διηγήθηκε στον Ζήση Τσαμπούρη, εκεί στο καφενείο ένας συνεξόριστος του Πλακοπίτη, ο Στέργιος:
-Όταν δόθηκε αμνηστία ο Νικόλας έδωσε αμνηστία και στα περιστέρια αλλά οι άλλοι εξόριστοι που δεν το γνώριζαν είχαν κανονίσει να πάρουν από ένα περιστέρι για να το φάνε στο δρόμο. Όταν έμαθαν ότι ο Πλακοπίτης τα άφησε λεύτερα κάλεσαν αμέσως έκτακτη συνέλευση και επιτέθηκαν όλοι στον Νικόλα για το κακό που έκανε.
-Τι θα πάρουν τώρα στο δρόμο για τροφή; Τι έχει να πει γι αυτό ο σύντροφος Νικόλας; Ρωτάει ο γραμματέας του Γραφείου
Και ο Νικόλας σηκώθηκε όρθιος ατάραχος και με δυνατή φωνή τους είπε: Ε! σύντροφοι. Εμάς μας έδωσαν αμνηστία! Ε’ έδωσα κι εγώ αμνηστία στα περιστέρια! Όπως εμείς είμαστε λεύτεροι να πάμε σπίτια μας έτσι και τα περιστέρια είναι λεύτερα να γυρίσουν στις φωλιές τους.
Κανείς δε μίλησε αλλά οι περισσότεροι που ήξεραν τον Νικόλα από την Κόζιανη άρχισαν να γελούν. Ο Νικόλας «αθωώθηκε»!!! [3]
Αυτός ήταν ο Νικόλας Πλακοπίτης. Αυτοί ήταν οι κομουνιστές. Αυτοί πρέπει να είναι και σήμερα οι κομουνιστές, σκληροί στην ταξική πάλη και ανθρώπινοι με τους εργάτες, το λαό, τη φύση και τα πλάσματά της.
Ο Νικόλας Πλακοπίτης και οι άλλοι τέσσερις από το Νομό Κοζάνης που έχυσαν το αίμα τους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 πρέπει να τιμηθούν, να βρουν τη θέση που τους ανήκει και στον τόπο τους, ανάμεσα στους άλλους ήρωες της εργατικής τάξης και του λαού μας.
Αθάνατοι
Κοζάνη 21/2/2026
Στέφανος Πράσσος. Μέλος του Δ.Σ του Τοπικού Παρατήματος Κοζάνης του συλλόγου συνταξιούχων ΠΑ.Σ.Α.Σ/ΔΕΗ και Πρώην Περιφερειακός Σύμβουλος εκπρόσωπος της «Αριστερής Συμπόρευσης για την ΑΝΑΤΡΟΠΗ στη Δυτική Μακεδονία»
ΠΗΓΕΣ: [1] «Τα τετράδια της μνήμης. Το εργατικό κίνημα της Κοζάνης 1930-1943 Ζήσης Τσαμπούρης. Κοζάνη 2002 Εκδόσεις: Παρέμβαση (σελ. 78)
[2] «ΑΙ-ΣΤΡΑΤΗΣ θυμήματα εξορίας» Κώστας Βάρναλης Αθήνα 2014 Εκδόσεις: Καστανιώτη (σελ. 89)
[3] «Τα τετράδια της μνήμης. Το εργατικό κίνημα της Κοζάνης 1930-1943 Ζήσης Τσαμπούρης. Κοζάνη 2002 Εκδόσεις: Παρέμβαση (σελ. 123 έως 129)



























