Ροδοχώρι Βοΐου. Yποκρισία, θράσος και σπέκουλα “περί πολιτιστικής κληρονομιάς”
Είδα μόλις χτες αυτό, όπου γίνεται και αναφορά στον πατέρα μου, γι’αυτό είμαι υποχρεωμένη, και πάλι, να γράψω τα εξης: βλ. https://www.facebook.com/share/p/1HokHZUf3S/
Οι ίδιοι άνθρωποι που σχεδίασαν και εγκατέστησαν τα τσιμεντένια καθίσματα αισθητικής ‘σταθμού του μετρό’ στην πλατεία του Ροδοχωρίου (βλ ομοιότητα με παγκάκια στη στάση ΟΣΕ Θεσσαλονικης), καταστρέφοντας τα πέτρινα πεζούλια στα οποία μεγαλώσαμε για να φτιάξουν στη θέση τους τραπεζοκαθισματα όπου πίνουν άνετα τα ποτά τους, ειναι αυτοί που τώρα φωναζουν για την “καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς” για δυο παγκακια που φτιαχτηκαν το 2006 (αντικαθιστώντας άλλα προηγούμενα, που ήταν από μπετόν – δοξα τω Θεώ υπάρχουν και απ’αυτά φωτογραφίες).
Κυρίως, όμως, αυτοί που ξήλωσαν εκατοντάδες ντόπιες πέτρες απ’τα καλντερίμια του χωριού γύρω στο 2005, τις πέταξαν σαν να ήταν σκουπίδια σε άγνωστο μέρος, έριξαν στη θεση τους (πάλι) μπετόν και στρώσαν τους δρομους με φτηνές και ξένες στο τοπίο του χωριού γκριζομπλέ ‘πλάκες Καβαλας’ ήταν η τοπική αρχή το το 2005 και 2-3 συμβουλοι-αρχιτέκτονες(!), οι οποίοι είναι ακριβώς τα ίδια άτομα που τώρα φωναζουν για “καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιας” για δυο παγκάκια, και από πίσω ακολουθεί ‘αγανακτισμένη’ ομάδα που όχι μόνο δεν είπε ΤΙΠΟΤΑ για την καταστροφή εκατοντάδων τ.μ. καλντεριμιού, είναι και πολύ ευχαριστημένοι που όταν έρχονται πίνουν τα ποτά τους πάνω στα τσιμέντα, και τα αυτοκίνητα τους κυκλοφορούν στο χωριό σαν να πατούν πάνω σε άσφαλτο.
Αυτοί είναι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που τώρα γελοιοποίουν την έννοια της πολιτιστικής κληρονομιας, εργαλειοποιώντας τα παγκάκια που ξηλωθηκαν (αλλά θα αντικατασταθουν, όπως έγινε και το ‘06) με τις καταγγελίες τους ενάντια στο καφενείο-εστιατόριο του χωριου για ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, δυσφημώντας το συντονισμένα στο διαδίκτυο και απειλώντας δημοσίως, σαν άνθρωποι του υποκόσμου, χωρίς ντροπή, πως “θα κλείσουν την επιχείρηση”. Υπάρχουν βέβαια τελευταία και τα αισχρά ανώνυμα μηνύματα που στάλθηκαν σε συγχωριανούς που αρνούνται να ενταχθούν στον συρφετό τους. Από τα χυδαία και απειλητικά αυτά μηνύματα προς τρία άτομα (στο ένα μάλιστα στοχοποιούμαστε όλοι όσοι πηγαίνουμε στο καφενείο με λόγια όπως «θα φύγετε από το χωριό»), το ΔΣ του πολιτιστικού συλλόγου μετά από πιέσεις καταδίκασε μόνο ένα από αυτά, προς ένα από τα τρία πρόσωπα που τα έλαβαν, παρ’ότι γνωρίζει για όλα.
Αυτά όμως δεν είναι η μεγαλύτερη αήθεια! Βλέπω πως σε τελευταία δημοσίευσή τους επικαλούνται για να υποστηρίξουν τις βρωμιές τους και το όνομα του πατέρα μου…
Ας γίνουν και ευρύτερα γνωστά τα εξής: Όταν το 2005 η τότε τοπική αρχή και οι συμβουλοι-αρχιτεκτονες πέταξαν στα σκουπίδια τις ντόπιες πέτρες των καλντεριμιών, ο πατέρας μου, Νίκος Καλογεροπουλος, φιλόλογος, συγγραφέας, μελετητής της τοπικής ιστορίας και ιδιότυπος καλλιτέχνης της πέτρας, ο οποίος μόχθησε όσο λίγοι για τη μελέτη της ιστορίας και την προστασία αλλά και δημιουργική αναβίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς του χωριού και του τόπου, και ήταν, ακόμη, επικεφαλής στον σχεδιασμό και υλοποίηση μιας σειράς έργων που πραγματοποιηθηκαν συλλογικά γύρω στο 1980 και αργότερα (τα τότε καλντερίμια, πλατεία, παιδικη χαρά, βρύση Σέρφη, Αη Νικόλας, Ευαγγελίστρια, νεκροταφεία, παλιά νεκροταφεία κ.α. και πλήθος γλυπτών- στα τελευταια έργα δουλεψε μόνος), ο πατέρας μου, λοιπόν, μεταξύ 2005-2010 ήταν ο μόνος, μαζί με δύο άλλους, που μίλησε δημόσια κατά της καταστροφής των καλντεριμιών (και κατά άλλων αχρείαστων και πολυέξοδων έργων, κατασκευή ολόκληρων κτηρίων, με ΔΗΜΟΣΙΑ χρήματα, όλα λίγο πριν την οικονομική κατάρρευση του 2009).
Και τότε, όλοι αυτοί που τώρα φωναζουν και σχεδόν λιποθυμουν από αγανάκτηση για δυο παγκακια (εξαιρώ μόνο μια οικογένεια) όχι μόνο δεν είπαν τίποτα για τα εκατοντάδες τ.μ. καλντεριμιών που καταστράφηκαν, αλλά όταν η τότε τοπική αρχή κατήγγειλε τον πατέρα μου επειδή δύο απ’τα γλυπτά του ήταν κοντά στους νέους κακοφτιαγμενους δρόμους που έφτιαξαν (περιέργως η καταγγελία προχώρησε και δικαστικά), κι ακόμη, όταν, απαντώντας του, ένας μεγαλοπολιτικός-γαμπρός στο χωριό τον έβριζε χυδαία σε συνέλευση του συλλόγου, αυτοί που τώρα ‘αγανακτουν’ για την “αλλοίωση του χωριου”, τότε ή τον χλεύαζαν ή δεν έβγαζαν άχνα! (Και φυσικα ανάμεσά τους ειναι και αυτοί που τον πήγαν στο δικαστήριο και που ξήλωσαν τα παλιά καλντερίμια, κι ας μην ξεγελούν κανένα τα κοινά επώνυμα.)
Και τώρα επικαλούνται τον πατέρα μου,το έργο του και την “πολιτιστική κληρονομιά” του χωριού για δυο παγκακια που χάλασαν, ξαναφτιαχτηκαν το ‘06, και παλι θα ξαναφτιαχθούν;!! Όχι μόνο δεν έχουν ντροπή, όχι μόνο είναι θρασύτατοι, αλλά δεν έχουν δική τους ταυτότητα, δεν έχουν πραγματική κληρονομιά: χρησιμοποιούν ό,τι μπορούν να βρουν από εδώ κι από κει για να κάνουν κακό σε ανθρώπους που είναι μεν νέοι στο χωριό, αλλά προσπαθουν να ζήσουν και να δουλέψουν κάνοντας καλά τη δουλειά τους, ενώ το μόνο που ενδιαφέρει τους πρώτους είναι πώς θα μείνουν μόνοι και ‘κυριάρχοι’ στη ‘δική τους’ πλατεία τις λίγες μέρες που έρχονται στο χωριό. Τους ενδιαφέρει πώς να βλάψουν ανθρώπους που εργάζονται, κι όχι πώς να δημιουργήσουν, ειδικά στο χωριό, γιατί ακριβώς αυτό είναι κάτι που δεν γνωρίζουν καθόλου.
Εν κατακλείδι όλα αυτά, ούτε με ‘πολιτιστική κληρονομια’, ουτε και με ‘προστασία του δημοσιου χωρου’ έχουν σχέση, είναι απλα μέσα ενος αλλοτε ανοιχτου κι αλλοτε συγκαλυμμενου πολέμου ορισμένων εναντιον μιας οικογένειας που λειτουργεί το καφενείο του χωριού και ως εστιατόριο, η οποία δεν εχει δεχτεί να γίνει υπηρέτης τους, αυτών που, περιεργως, νομίζουν για τον εαυτό τους πως είναι οι κύριοι του χωριού.
Ειρήνη Καλογεροπούλου





























