Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου με τίτλο «Θολή ματιά μου απέναντι» από τις Εκδόσεις Παρέμβαση. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή αποτελούμενη από τρεις ενότητες, με κυρίαρχα θέματα την ομορφιά, την απώλεια και την αναζήτηση του Θεού. Το επίθετο «θολή» του τίτλου παραπέμπει σε χαρακτηρισμούς όπως ασαφής, αμφιλεγόμενη, δυσανάγνωστη, απροσδιόριστη, αδιευκρίνιστη, επισφαλής. Όλη η πλάση είναι η απάντηση στο «τι είναι απέναντι», χωρίς να εξαιρείται το υπερβατικό, που διαφαίνεται ήδη από τους πρώτους στίχους. Γενικότερα, πρόκειται για μια πρωτότυπη ποιητική προσέγγιση, χωρίς στερεοτυπικούς περιορισμούς.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά αναλυτικότερα για το έργο του και καταθέτει τις σκέψεις του γύρω από την τέχνη της γραφής.
Ερωτήσεις: Φιλιώ Μπτούρη
-Πώς γεννήθηκε η ιδέα συγγραφής της ποιητικής συλλογής «Θολή ματιά μου απέναντι»;
Τα ποιητικά μου έργα δεν ξεκινούν έχοντας από πριν ένα σχέδιο, όπως περίπου οι μυθιστοριογράφοι που «γνωρίζουν» την εξέλιξη της πλοκής. Στην πορεία τα ίδια μου τα ποιήματα μού δείχνουν την εξέλιξη που επιθυμούν. Η ποίηση, δεν παράγεται κατά παραγγελία, ούτε είμαι σε θέση να γνωρίζω με ακρίβεια όσα το υποσυνείδητό μου συγκεντρώνει κι επιλέγει να μεταστοιχειώσει. Η ιδέα σχηματίστηκε στο μυαλό μου όταν είχα ήδη έναν βασικό σκελετό, γιατί πρέπει να πω πως τα ποιήματα αυτά έμειναν πολλά χρόνια στα χέρια μου μέχρι να αποκτήσουν την τελική τους μορφή. Από την άλλη, πολλά ομοειδή, λιγότερο ισχυρά κι ενδιαφέροντα, «κόπηκαν χειρουργικά» κατά την τελική επιλογή. Για να μην αποφύγω την απάντηση, όταν πια είχα την ιδέα αυτού του έργου, μου άρεσε η σκέψη πως ήμουν έτοιμος να μιλήσω για τη ζωή και την ομορφιά της, καθώς επίσης για την οδύνη της απώλειας. Είτε ατενίζουμε απέναντί μας τη ζωή, είτε τον θάνατο, η εικόνα που λαμβάνουμε είναι πάντα υποκειμενική και θολή.
– Η εικόνα του φωτός επανέρχεται συχνά στους στίχους σας. Ποια συμβολική λειτουργία έχει το φως μέσα στη συλλογή;
Το φως είναι η ελπίδα, η μόνη μας δύναμη. Άλλοτε, το φως είναι η ζωή: η τωρινή ή η μέλλουσα αιώνια.
-Στην αισθητική της συλλογής διακρίνεται, επίσης, μια τάση προς τον στοχασμό και την υπαρξιακή αγωνία. Θεωρείτε την ποίηση χώρο φιλοσοφικής διερεύνησης;
Θα μου άρεσε τα ποιήματά μου να είναι φιλοσοφημένα, όμως δεν θα ήθελα να μοιάζουν με μάθημα φιλοσοφίας σε στίχους. Εννοώ πως είναι σημαντικό να έχουν κάτι να δώσουν, αρκεί αυτό το «κάτι» να μην αποτελεί φορτίο κάτω από το οποίο οι δύστυχοι στίχοι γονατίζουν από εξάντληση. Θέλω την ποίηση ζωντανή, να ρέει, να μη χάνει στιγμή τη μουσική της, την αρμονία της.
– Τι θα θέλατε να αισθανθεί ο αναγνώστης όταν διαβάσει αυτή τη συλλογή;
Να πιστέψει στην αλήθεια αυτών των ποιημάτων. Να πει «ναι, είναι πηγαία, αυθόρμητα, ζωντανά, γραμμένα με ειλικρίνεια». Δεν θα ήθελα μια ποίηση εγκεφαλικά γραμμένη, «φτιασιδωμένη», που θα τον κουράσει. Θέλω να σκεφτεί πως είδα στ’ αλήθεια την ομορφιά μα και τη φρίκη που περιγράφω.
-Υπάρχουν ποιητές ή λογοτεχνικές παραδόσεις που θεωρείτε ότι συνομιλούν άμεσα ή έμμεσα με τη γραφή σας;
Είναι δύσκολο να απαντήσω σ’ αυτό. Διαβάζω καθημερινά πολλά ποιήματα. Έχω μια αρκετά καλή εικόνα της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων δεκαετιών. Κατά συνέπεια, δεν ξέρω αν έχω επηρεαστεί από κάποιους ποιητές. Θεωρώ πάντως δεδομένο πως όλοι ανεξαιρέτως οι ποιητές πλάθονται μέσα από όσα ζουν και όσα διαβάζουν. Κανείς δεν ανακαλύπτει από την αρχή «τον τροχό και τη φωτιά».
-Πέρα από τη συγγραφή ποιημάτων, ασχολείστε και με την έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Νόημα»· ποια από τις δύο πνευματικές δραστηριότητες σας εκφράζει περισσότερο;»
Είναι δυο διαφορετικές δραστηριότητες, παρόλο που προσπαθώ να τις βάλω στο ίδιο μονοπάτι, δημοσιεύοντας πάντα στα τεύχη του περιοδικού δικά μου ποιήματα. Η συγγραφή είναι ασφαλώς πιο σημαντική από τις δύο. Έχει ειπωθεί πως η ποίηση είναι το ισόβιο σχολείο από το οποίο δεν προβλέπεται άλλη αποφοίτηση από τον θάνατο.
– Τι θα θέλατε να μείνει από την ποίησή σας όταν περάσει ο χρόνος;
Εύχομαι να μείνουν μερικά ποιήματα και να μην τα καλύψει η σκόνη του χρόνου. Αυτή η σκόνη είναι ανίκητη. Έχει σκεπάσει μέχρι τώρα ολόκληρες ζωές, ολόκληρες πόλεις, ολόκληρους πολιτισμούς. Αν μείνει μία μόνο σελίδα από τα δώδεκα –μέχρι στιγμής- βιβλία μου, θα είμαι πολύ χαρούμενος. Αυτό λέω και στους στίχους:
[…]
Αν όλα έχουν ειπωθεί, θα προσπεράσουμε
μ’ ευγνωμοσύνη για το φως
για τον αέρα,
για το νερό μέσα απ’ τις χούφτες μας,
για τ’ όνειρο,
για το φεγγάρι που τρεμόπαιξε στις γρίλιες.
Δίχως παράπονα, φωνές,
δίχως μιλιά,
όπως αμέτρητοι πιο πριν
κι άλλοι κατόπιν,
σαν τα πουλιά, σε μια γραμμή θα ξεμακρύνουμε
την αστερόσκονη να σμίξουμε για πάντα.































