Η χθεσινή επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Κοζάνη ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το χάσμα ανάμεσα στην κεντρική εξουσία, την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, και την κοινωνία. Εκπρόσωποι φορέων, εργαζόμενοι, σωματεία που απλώς ζητούν το αυτονόητο – να παραμείνουν στον τόπο τους και να ζήσουν με αξιοπρέπεια – αντιμετωπίστηκαν με χημικά. Ήμουν παρούσα. Και η εικόνα ήταν αποκαρδιωτική: αντί για διάλογο, κιγκλιδώματα. Αντί για απαντήσεις, αλαζονεία.
Ο Πρωθυπουργός, κ. Μητσοτάκης, ήρθε για μία ακόμη φορά στην Κοζάνη με εξαγγελίες. Αυτό, άλλωστε, κάνει τα τελευταία σχεδόν πέντε πια χρόνια – από τότε που ανακοίνωσε τη βίαιη και άδικη απολιγνιτοποίηση. Η απανθρακοποίηση που απαιτεί η ευρωπαϊκή πράσινη μετάβαση μεταφράστηκε στην Ελλάδα σε εξάρτηση από ένα άλλο εισαγόμενο ορυκτό καύσιμο: το φυσικό αέριο. Μια επιλογή που εκθέτει τη χώρα σε κινδύνους ενεργειακής ασφάλειας και αυτάρκειας.
Η πραγματικότητα, όμως, δείχνει ότι δεν υπάρχει σχέδιο για την επόμενη μέρα της Δυτικής Μακεδονίας. Ο Πρωθυπουργός μίλησε – για ακόμη μία φορά – για “επενδύσεις”, “τεχνολογία” και “ανάπτυξη”, χωρίς όμως να δεσμευτεί για τη μακροπρόθεσμη διατήρηση ή δημιουργία των χιλιάδων θέσεων εργασίας που έχουν ήδη χαθεί ή πρόκειται να χαθούν με το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων. Ούτε για τους 120 εργολαβικούς εργαζόμενους στον ΑΗΣ Μελίτης παρουσίασε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, παρότι αυτοί βρίσκονται άμεσα στο φάσμα της ανεργίας.
Τα προγράμματα της ΔΥΠΑ, διάρκειας μόλις ενός έτους, δεν απαντούν στο πρόβλημα της ανεργίας, ούτε φυσικά συγκρατούν τη φυγή των νέων. Ακόμη και η πολυσυζητημένη επένδυση της Intracom, με πρόβλεψη για 150 θέσεις εργασίας, αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό των αναγκών της περιοχής.
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, ήδη από την περίοδο της αείμνηστης προέδρου μας Φώφης Γεννηματά και σήμερα με τον Νίκο Ανδρουλάκη στην ηγεσία, θέτει σταθερά τη Δυτική Μακεδονία σε προτεραιότητα. Καταθέτουμε συγκεκριμένες, ρεαλιστικές και υλοποιήσιμες προτάσεις που έχουν στο επίκεντρο την κοινωνική δικαιοσύνη, τη συμμετοχή των πολιτών και τη διαμόρφωση ενός νέου, βιώσιμου παραγωγικού μοντέλου για την περιοχή.
Μιλάμε για ενεργειακή δημοκρατία, για ρήτρα δίκαιης μετάβασης, για την εξασφάλιση της τηλεθέρμανσης ως κοινωνικού δικαιώματος, για την αποκατάσταση των εδαφών. Για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα και την ενίσχυση του Πανεπιστημίου μας ως πυλώνα καινοτομίας και παραμονής των νέων στον τόπο τους.
Η πράσινη μετάβαση είναι απαραίτητο να γίνει προς όφελος των πολλών, όχι των λίγων. Μόνο τότε μπορεί να είναι πραγματικά δίκαιη και βιώσιμη.