Βλέποντας σήμερα μια δημοσίευση για τη συμπλήρωση 37 χρόνων από την έναρξη λειτουργίας του Ραδιοφωνικού Σταθμού «Ορθοδοξία και Παράδοση», η πρώτη σκέψη ίσως είναι πως πρόκειται για μια όμορφη επέτειο, έναν αριθμό, μια ανάμνηση. Αν όμως σταθούμε λίγο περισσότερο και αναλογιστούμε τι κρύβεται πίσω από αυτά τα 37 χρόνια, τότε ο αριθμός παύει να είναι απλώς ένας αριθμός και αποκτά πρόσωπα. Αποκτά αμέτρητες ώρες εργασίας, αγωνία, κόπο, προσφορά, θυσία και, πάνω απ’ όλα, διακονία.
Πόσες φορές ακούμε ακόμη και σήμερα, σε εκκλησιαστικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς ή μέσα από το διαδίκτυο, παλαιές ομιλίες του μακαριστού Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης κυρού Παύλου, αλλά και τόσων άλλων κληρικών και ανθρώπων της Εκκλησίας. Πολλές από αυτές τις φωνές πέρασαν κάποτε από τα μικρόφωνα εκείνου του μικρού στούντιο της Σιάτιστας. Εκεί ηχογραφήθηκαν, φυλάχθηκαν και, με την πάροδο των χρόνων, ταξίδεψαν πολύ μακρύτερα απ’ όσο ίσως μπορούσαν τότε να φανταστούν εκείνοι που εργάζονταν αθόρυβα πίσω από την κονσόλα.
Στην απαρχή αυτής της προσπάθειας βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένη η μορφή του μακαριστού π. Βασιλείου Βασιλείου, ενός Λευίτη που για περίπου σαράντα χρόνια διακόνησε την Ενορία του με όλο του το είναι. Ανάμεσα στις πολλές ποιμαντικές του μέριμνες υπήρξε και το όραμα ο λόγος της Εκκλησίας να βγει στα ερτζιανά, να φτάσει στην ευρύτερη περιοχή και, αργότερα, με τα μέσα που έφερε η εποχή μας, μέσω του διαδικτύου σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ένα όραμα όμως, για να αντέξει τριάντα επτά ολόκληρα χρόνια, δεν μπορεί να είναι έργο ενός μόνο ανθρώπου. Γύρω από αυτό στάθηκαν και εξακολουθούν να στέκονται πολλοί. Άνθρωποι που εργάστηκαν και εργάζονται αφιλοκερδώς, που αφιέρωσαν αμέτρητες ώρες, ετοίμασαν εκπομπές, έμαθαν την τεχνική πλευρά του σταθμού και έτρεξαν για κάθε μικρή και μεγάλη ανάγκη. Άνθρωποι που πολλές φορές πρόσφεραν ακόμη και από το υστέρημά τους, ώστε ο σταθμός να μπορεί να συντηρείται και να συνεχίζει να εκπέμπει. Και, βέβαια, άξιοι συνεργάτες που μέχρι σήμερα εξακολουθούν να υπηρετούν αυτό το έργο με συνέπεια, υπευθυνότητα και αγάπη.
Ίσως, μάλιστα, ένα από τα ιδιαίτερα χαρίσματα του π. Βασιλείου ήταν ακριβώς αυτό: δεν κράτησε το έργο για τον εαυτό του. Προσπάθησε να το μεταδώσει και στους νεότερους. Έφερνε νέους ανθρώπους κοντά του, τους μάθαινε, τους εμπιστευόταν, τους έδινε χώρο αλλά και ευθύνη. Ήθελε να καταλάβουμε ότι μέσα στη ζωή της Εκκλησίας κανείς δεν περισσεύει και πως ο καθένας μπορεί να προσφέρει, αρκεί αυτό να γίνεται με ευλογία, υπευθυνότητα και διάθεση διακονίας. Ο ίδιος είχε την έγνοια για τα πάντα, μέχρι και για την τελευταία λεπτομέρεια. Όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά θυμόμαστε πως πολλές φορές οι είκοσι τέσσερις ώρες της ημέρας δεν του έφταναν. Το γραφείο του Ναού, η Ενορία, ο σταθμός, οι άνθρωποι και οι ανάγκες τους αποτελούσαν μια καθημερινότητα γεμάτη μέριμνα και προσφορά.
Αυτό μπορώ σήμερα να το καταθέσω και προσωπικά, ως πνευματικό τέκνο του π. Βασιλείου και ως ένας από τους πολλούς νέους που πέρασαν κάποτε από εκείνο το στούντιο. Θυμάμαι πόσες φορές επέμενε να μάθω να χειρίζομαι τον ήχο, την κονσόλα και τα μηχανήματα, να γνωρίζω πώς γίνεται μια ηχογράφηση, πώς στήνεται μια εκπομπή, πώς αντιμετωπίζεται μια τεχνική δυσκολία. Πράγματα που τότε, σε μικρότερη ηλικία, ίσως μου φαίνονταν παράξενα και αρκετές φορές αναρωτιόμουν σε τι θα μπορούσαν κάποτε να μου χρησιμεύσουν.
Χρόνια αργότερα, ως κληρικός πλέον και διακονώντας μακριά από τον τόπο όπου μεγάλωσα, αντιλαμβάνομαι πόσο πολύτιμα αποδείχθηκαν ακόμη και εκείνα τα φαινομενικά μικρά πράγματα που τότε μου δίδαξε: στη λειτουργική και ποιμαντική καθημερινότητα, στις εκδηλώσεις, στις μεταδόσεις, στον ήχο, στην επικοινωνία μιας Ενορίας, αλλά και σε τόσες άλλες μικρές και μεγάλες ανάγκες που προκύπτουν καθημερινά μέσα στη διακονία. Και σήμερα καταλαβαίνω κάτι ακόμη περισσότερο: τότε δεν μας μάθαινε απλώς να πατάμε τα πλήκτρα μιας κονσόλας. Μας μάθαινε, με τον δικό του τρόπο, να διακονούμε. Να μη θεωρούμε τίποτε μικρό, ασήμαντο ή ξένο προς εμάς, όταν αυτό μπορεί να υπηρετήσει την Εκκλησία και τον άνθρωπο.
Από εκείνο το μικρό στούντιο πέρασαν γενιές ανθρώπων. Παιδιά, νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι. Άλλοι έμαθαν τον ήχο, άλλοι έκαναν εκεί τις πρώτες τους εκπομπές, άλλοι στάθηκαν για πρώτη φορά μπροστά σε ένα μικρόφωνο και άλλοι απλώς κάθισαν δίπλα και παρατηρούσαν. Πολλά χέρια άγγιξαν εκείνα τα πλήκτρα και πολλές φωνές στάθηκαν μπροστά σε εκείνο το μικρόφωνο. Άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους έδωσαν κάτι από τον χρόνο τους, τον κόπο τους, τις γνώσεις τους, πολλές φορές και από το υστέρημά τους και, κυρίως, έβαλαν την καρδιά τους.
Γι’ αυτό, για εμένα τουλάχιστον, η «Ορθοδοξία και Παράδοση» δεν είναι απλώς ένας πομπός, μια συχνότητα ή ένα στούντιο. Είναι ένα κομμάτι της εκκλησιαστικής ζωής του τόπου μας και, συγχρόνως, ένα μικρό σχολείο διακονίας, από το οποίο περάσαμε πολλοί και πήραμε πράγματα που ίσως τότε δεν μπορούσαμε ακόμη να εκτιμήσουμε όσο τους άξιζε.
Ο χρόνος περνά και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να συνηθίζουμε ακόμη και τα σημαντικά πράγματα. Να βλέπουμε κάτι που υπάρχει επί δεκαετίες και να θεωρούμε αυτονόητο ότι θα συνεχίσει να υπάρχει. Τίποτε όμως από αυτά δεν είναι αυτονόητο. Πίσω από κάθε ώρα εκπομπής, πίσω από κάθε φωνή που φτάνει σε ένα σπίτι, υπάρχει κάποιος που αφιέρωσε χρόνο, κάποιος που πρόσφερε, κάποιος που κουράστηκε, κάποιος που στήριξε οικονομικά, κάποιος που συνέχισε εκεί όπου ένας άλλος σταμάτησε.
Γι’ αυτό και η συμπλήρωση 37 χρόνων δεν είναι μόνο μια αφορμή αναδρομής στο παρελθόν. Είναι κυρίως μια επέτειος χαράς και ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, γιατί ένα έργο που ξεκίνησε πριν από τριάντα επτά χρόνια εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ζωντανό, να εκπέμπει και να διακονεί. Προσωπικά, αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη για όσα μου δίδαξε ο π. Βασίλειος και για όσα μεταλαμπάδευσε σε τόσους ανθρώπους. Η ευγνωμοσύνη αυτή, όμως, στρέφεται και προς όλους εκείνους που επί 37 χρόνια έβαλαν και συνεχίζουν να βάζουν το δικό τους λιθαράκι, ώστε αυτή η φωνή να μη σιγήσει.
Ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, το να εξακολουθεί να ακούγεται ο λόγος του Θεού, έστω και από έναν μικρό τόπο, έστω και μέσα από ένα μικρό στούντιο, είναι μεγάλη ευλογία. Μέσα από τα ερτζιανά και, πλέον, μέσα από το διαδίκτυο, αυτή η φωνή μπορεί να φτάσει πολύ μακριά: σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται μόνος, σε κάποιον που αναζητά έναν λόγο παρηγοριάς, σε κάποιον που χρειάζεται ελπίδα, ακόμη και σε κάποιον που ίσως μέσα από μια ομιλία, έναν ύμνο ή μια απλή εκπομπή βρει μια αφορμή να πλησιάσει ξανά την Εκκλησία. Άλλωστε, ο Απόστολος Παύλος μάς υπενθυμίζει: «ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Χριστοῦ» (Ρωμ. 10,17).
Τριάντα επτά χρόνια, λοιπόν, δεν είναι λίγα. Είναι μια ολόκληρη διαδρομή. Μια διαδρομή γεμάτη πρόσωπα, φωνές, κόπους, δυσκολίες, χαρές, μνήμες και, πάνω απ’ όλα, προσφορά. Γι’ αυτό σήμερα χαίρομαι και εύχομαι από καρδιάς η «Ορθοδοξία και Παράδοση» να συνεχίσει για πολλά ακόμη χρόνια αυτή τη διακονία. Ο Θεός να ενισχύει και να φωτίζει τους σημερινούς συνεργάτες της, να αναπαύει όσους εργάστηκαν γι’ αυτήν και έφυγαν από κοντά μας και να ευλογεί όλους εκείνους που, φανερά ή αθόρυβα, εξακολουθούν να στηρίζουν το έργο της.
Χρόνια πολλά στην «Ορθοδοξία και Παράδοση»!
Με τη Χάρη του Θεού, τα 37 χρόνια να γίνουν πολλά περισσότερα και η φωνή της να συνεχίσει να ταξιδεύει, μεταφέροντας σε κάθε τόπο τον λόγο του Θεού, την πίστη και την Παράδοση της Εκκλησίας μας.
Με ευγνωμοσύνη για όσα ζήσαμε και με πολλές αναμνήσεις,
Αρχιμανδρίτης π. Ιωάννης Μπατσής





























