Το βιβλίο του Αναστάσιου Τζιλίνη με τίτλο «Μια ξεχωριστή κολυμβητική ομάδα» είναι μια τρυφερή και βαθιά ανθρώπινη ιστορία που προσεγγίζει με ευαισθησία το ζήτημα της αναπηρίας, της αποδοχής και της ισότιμης συμμετοχής.
Περιλαμβάνει πλούσιο διαδραστικό και εκπαιδευτικό υλικό, όπως γνωριμία με τη νοηματική γλώσσα και τον κώδικα Braille, δημιουργικές δραστηριότητες, παιχνίδια, λαβύρινθους, ασκήσεις παρατήρησης, βιωματικές προσεγγίσεις γύρω από την προσβασιμότητα, καθώς και το «Δίπλωμα Πρωταθλητή Φιλίας», ενισχύοντας την ενεργό συμμετοχή των παιδιών και καλλιεργώντας την ενσυναίσθηση, τον σεβασμό και την αποδοχή της διαφορετικότητας.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά αναλυτικότερα για το έργο του και τον τρόπο συγγραφής αυτού.
Σύνταξη ερωτήσεων: Βασιλική Φαρμάκη
- Στο βιβλίο σας «Μια ξεχωριστή κολυμβητική ομάδα» η διαφορετικότητα προσεγγίζεται μέσα από μια τρυφερή ιστορία φιλίας ανάμεσα στον Σούλη και τη Λίνα. Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της ιστορίας;
Ήταν μια σκέψη που ωρίμαζε μέσα μου τα τελευταία χρόνια, μέσα από την παρατήρηση και την καθημερινή επαφή μου με τα παιδιά λόγω της δουλειάς μου. Η ιδέα γεννήθηκε από την ανάγκη μου να δω έναν κόσμο όπου κανένα παιδί δεν αισθάνεται μόνο ή «διαφορετικό» με την έννοια του αποκλεισμού. Βλέποντας πόσο αυθεντικά και ανεπιτήδευτα επικοινωνούν τα παιδιά όταν δεν έχουν επηρεαστεί από προκαταλήψεις και στερεότυπα, ήθελα να δημιουργήσω μια ιστορία που να αποδεικνύει ότι η πραγματική φιλία δεν βλέπει εμπόδια, αλλά δρόμους. Ο Σούλης και η Λίνα δεν γεννήθηκαν απλώς στο χαρτί· γεννήθηκαν από την επιθυμία να δοθεί φωνή στην αποδοχή, την ενσυναίσθηση και την έμφυτη τάση των παιδιών να αγκαλιάζουν το «μαζί» χωρίς δεύτερες σκέψεις.
- Στο βιβλίο επιλέγετε να αφηγηθείτε την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που γνωρίζει για πρώτη φορά τη διαφορετικότητα. Γιατί θεωρήσατε ότι αυτή η οπτική είναι η πιο αποτελεσματική;
Επέλεξα την οπτική ενός παιδιού γιατί τα παιδιά βλέπουν τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής και της καρδιάς, χωρίς τα φίλτρα και τις αγκυλώσεις που συχνά κουβαλάμε εμείς οι μεγάλοι. Το έχει πει εξάλλου πανέμορφα και ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ: «Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια». Τα παιδιά μπορεί να απορήσουν ή και να φοβηθούν κάποιες φορές το άγνωστο, όμως ο τρόπος με τον οποίο εμείς οι ενήλικες απαντάμε στις απορίες τους είναι καθοριστικός για το πώς θα μάθουν να βλέπουν τον άλλον. Βλέποντας την ιστορία μέσα από τα δικά του μάτια, ο αναγνώστης ταξιδεύει σε μια διαδρομή από την απορία στην κατανόηση, κι από εκεί στην αγάπη. Η όμορφη, ερευνητική περιέργεια των παιδιών γύρω από την αναπηρία συμβάλλει στη διαμόρφωση υπεύθυνων ανθρώπων με υψηλό αίσθημα ενσυναίσθησης. Είναι ο πιο αληθινός τρόπος για να δείξουμε ότι η διαφορετικότητα δεν είναι κάτι που μας φοβίζει, αλλά κάτι που μας πλουτίζει.
- Η Λίνα παρουσιάζεται ως ένα παιδί με δυνατότητες, όνειρα και ταλέντα. Πόσο σημαντικό είναι, κατά τη γνώμη σας, να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία μιλά για την αναπηρία;
Είναι ζήτημα πολιτισμού και καρδιάς. Γεννιέσαι άνθρωπος, αλλά γίνεσαι άνθρωπος αναλαμβάνοντας ευθύνη: για τους άλλους, για τη δουλειά σου, για την κοινωνία, για τον κόσμο. Όπως έχει γραφτεί, «το να είσαι άνθρωπος σημαίνει ακριβώς το να είσαι υπεύθυνος». Για χρόνια, η κοινωνία κοιτούσε την αναπηρία μέσα από το πρίσμα της έλλειψης (τι δεν μπορεί να κάνει κάποιος) ή της συμπόνιας. Όμως η Λίνα —και κάθε παιδί σαν τη Λίνα— δεν ορίζεται από το αναπηρικό της αμαξίδιο, αλλά από το χαμόγελό της, τα ταλέντα της, το πείσμα της και τα όνειρά της. Πρέπει επιτέλους να σταματήσουμε να στεκόμαστε στις δυσκολίες και να αρχίσουμε να βλέπουμε τις δυνατότητες. Η συμπερίληψη δεν είναι απλώς μια στάση ή ένα συναίσθημα· είναι πράξη, προσβασιμότητα, ίσες ευκαιρίες και ουσιαστική συμμετοχή.
- Πέρα από την ιστορία, το βιβλίο περιλαμβάνει δραστηριότητες όπως στοιχεία νοηματικής, Braille και βιωματικά παιχνίδια. Τι θέλετε να αποκομίσουν τα παιδιά όταν κλείσουν το βιβλίο;
Θέλω, κλείνοντας το βιβλίο, να νιώσουν ότι η επικοινωνία δεν έχει στενά όρια. Ήθελα η νοηματική ή η γραφή Braille να μην φαίνονται στα παιδιά σαν «ξένες γλώσσες» ή δυσνόητα εργαλεία, αλλά σαν μαγικά κλειδιά που ξεκλειδώνουν την καρδιά ενός άλλου ανθρώπου. Μέσα από τα βιωματικά παιχνίδια, τα παιδιά δεν διαβάζουν απλώς μια ιστορία – τη ζουν, μπαίνουν στη θέση του άλλου και καταλαβαίνουν στην πράξη τι σημαίνει ενσυναίσθηση. Θέλω να νιώσουν τη χαρά του να απλώνεις το χέρι και να λες: «Σε καταλαβαίνω, είμαι εδώ». Και γιατί όχι, μέσα από αυτές τις μικρές δραστηριότητες, να γεννηθεί μέσα τους η επιθυμία να ψάξουν και να μάθουν ακόμα περισσότερα.
- Ποιο μήνυμα θα θέλατε να κρατήσουν μικροί και μεγάλοι από το βιβλίο σας;
Το μήνυμα είναι απλό, αλλά βαθιά ουσιαστικό: Στον στίβο της ζωής, δεν έχει σημασία πώς κολυμπάει ο καθένας μας, αλλά το ότι βουτάμε στην ίδια πισίνα και κολυμπάμε μαζί. Εύχομαι οι μικροί μας αναγνώστες να μεγαλώσουν γινόμενοι οι ενήλικες που αγκαλιάζουν κάθε ιδιαιτερότητα, και οι μεγάλοι να θυμηθούν ξανά την αγνότητα με την οποία κοιτούσαν τον κόσμο όταν ήταν παιδιά. Όταν είμαστε μαζί, η διαδρομή γίνεται ομορφότερη.



























