Η νέα ρύθμιση απευθύνεται αποκλειστικά σε οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023.
Θέμα λίγων εβδομάδων θεωρείται πλέον η ενεργοποίηση της νέας ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία σε έως 72 δόσεις, με την ηλεκτρονική πλατφόρμα να αναμένεται να ανοίξει στις αρχές Ιουλίου.
Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση παρουσιάζεται ως μια νέα ευκαιρία για χιλιάδες φορολογούμενους και επιχειρήσεις να τακτοποιήσουν τα χρέη τους, εκτιμήσεις της αγοράς και φοροτεχνικών κύκλων συγκλίνουν στο ότι η συμμετοχή δεν αναμένεται να είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Ο βασικός λόγος είναι ότι η νέα ρύθμιση απευθύνεται αποκλειστικά σε οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, αφήνοντας εκτός ένα σημαντικό μέρος των χρεών που δημιουργήθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια. Στην πράξη, πολλοί οφειλέτες που αντιμετωπίζουν σήμερα προβλήματα ρευστότητας έχουν συσσωρεύσει νέες οφειλές μετά το 2023, οι οποίες δεν μπορούν να ενταχθούν στο σχήμα των 72 δόσεων και θα πρέπει να ρυθμιστούν ξεχωριστά μέσω της πάγιας ρύθμισης.
Αποτρεπτικά λειτουργούν και οι αυστηρές προϋποθέσεις ένταξης. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να έχουν υποβάλει όλες τις φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών, να μην έχουν αμετάκλητες καταδίκες για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία και, κυρίως, να έχουν τακτοποιήσει κάθε άλλη ληξιπρόθεσμη οφειλή που δεν εντάσσεται στη ρύθμιση. Για πολλούς φορολογούμενους, η υποχρέωση αυτή αποτελεί σημαντικό εμπόδιο, καθώς απαιτεί παράλληλη εξυπηρέτηση παλαιών και νέων χρεών.
Παράλληλα, η διατήρηση της ρύθμισης προϋποθέτει απόλυτη συνέπεια στις πληρωμές. Η απώλειά της επέρχεται με τη μη καταβολή δύο συνεχόμενων δόσεων ή με τη δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών που δεν θα έχουν τακτοποιηθεί εγκαίρως. Το αυστηρό αυτό πλαίσιο οδηγεί αρκετούς οφειλέτες στο να αξιολογούν με επιφύλαξη τη συμμετοχή τους, φοβούμενοι ότι ενδεχόμενη αδυναμία πληρωμής θα τους επαναφέρει άμεσα αντιμέτωπους με κατασχέσεις και μέτρα αναγκαστικής είσπραξης.
Σημαντικός παράγοντας είναι και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των οφειλετών έχει ήδη ενταχθεί τα προηγούμενα χρόνια σε υφιστάμενες ρυθμίσεις ή εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις του μέσω της πάγιας ρύθμισης των 24 ή 48 δόσεων. Ως αποτέλεσμα, η δεξαμενή των δυνητικών δικαιούχων εμφανίζεται περιορισμένη σε σχέση με παλαιότερες αντίστοιχες πρωτοβουλίες.
Από την άλλη πλευρά, όσοι καταφέρουν να ενταχθούν θα απολαμβάνουν σημαντικά οφέλη, όπως φορολογική ενημερότητα, αναστολή αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και «πάγωμα» της ποινικής δίωξης για χρέη προς το Δημόσιο. Ωστόσο, τα πλεονεκτήματα αυτά εκτιμάται ότι δεν αρκούν για να οδηγήσουν σε μαζική συμμετοχή, καθώς οι αυστηροί όροι επιλεξιμότητας και η υποχρέωση τακτοποίησης των νεότερων χρεών περιορίζουν σημαντικά τον αριθμό των οφειλετών που μπορούν να αξιοποιήσουν τη νέα ρύθμιση.



























