Η Βουλευτής Π.Ε. Κοζάνης κ. Καλλιόπη Βέττα κατέθεσε κοινοβουλευτική αναφορά προς τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με θέμα την ενίσχυση της εστίασης στην περιοχή.
Η αναφορά βασίζεται στο υπόμνημα του Σωματείου Εστίασης Κοζάνης «Ερμής», στο οποίο επισημαίνεται ο κομβικός ρόλος που διαδραματίζει ο κλάδος ως σημαντικός πυλώνας της τοπικής οικονομίας, της απασχόλησης, του τουρισμού και της περιφερειακής ανάπτυξης.
Γενικότερα, υπογραμμίζεται ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου εξακολουθούν να επιβαρύνονται με υψηλότατους συντελεστές Φ.Π.Α. –τους υψηλότερους των τελευταίων 35 ετών- με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν οξυμένες οικονομικές και λειτουργικές πιέσεις.
Όπως επισημαίνεται στην αναφορά, η λήψη στοχευμένων μέτρων καθίσταται επιτακτική, ιδιαίτερα για τη Δυτική Μακεδονία, η οποία βρίσκεται σε διαδικασία μετάβασης λόγω της απολιγνιτοποίησης και αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, ενόψει και των εξαγγελιών της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (Δ.Ε.Θ.), το Σωματείο ζητά την εξέταση συγκεκριμένων μέτρων, όπως:
- Διαμόρφωση συντελεστών ΦΠΑ: Εφαρμογή ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ 6% στην εστίαση της Δυτικής Μακεδονίας (πλην αλκοολούχων) για το έτος 2027 ως ειδικό μέτρο στήριξης λόγω απολιγνιτοποίησης, και μόνιμη καθιέρωση ενιαίου ΦΠΑ 13% πανελλαδικά από την 1η Ιανουαρίου 2028.
- Κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στον καφέ.
- Εξαίρεση Delivery και ηλεκτρονικών παραγγελιών από τον Φόρο Παρεπιδημούντων (0,5% – 0,75%): Απαλλαγή του κύκλου εργασιών που δεν συνδέεται με επιτόπια κατανάλωση και χρήση δημοτικών υποδομών.
Όπως τονίζει η Βουλευτής Π.Ε. Κοζάνης, η στήριξη της εστίασης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, την ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας και την παραμονή του πληθυσμού στην περιοχή.
Παράλληλα, η κ. Βέττα δήλωσε: «Η κυβέρνηση οφείλει να αφουγκραστεί τις πραγματικές ανάγκες της εστίασης και να προχωρήσει σε ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Σε μια περιοχή όπως η Δυτική Μακεδονία, που δοκιμάζεται σκληρά από τις συνέπειες της απολιγνιτοποίησης, η αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και η ελάφρυνση του λειτουργικού κόστους δεν αποτελούν προνόμιο, αλλά όρο επιβίωσης για τις επιχειρήσεις, πόσο μάλλον δε, όταν η ίδια η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι θα εξετάζει ευνοϊκά κάθε πρόταση για την περιοχή, υπό το πρίσμα της ρήτρας δίκαιης μετάβασης.
Οι επαγγελματίες του κλάδου δεν ζητούν ευνοϊκή μεταχείριση· ζητούν την αφαίρεση των φορολογικών και λειτουργικών βαρών που τους επιβαρύνουν υπέρμετρα, ώστε η απολιγνιτοποίηση να μη μετατραπεί σε ενταφιασμό των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου»




























