Μελέτη σε ποντίκια δείχνει ότι η πολύ υψηλή και η πολύ χαμηλή πρόσληψη αλατιού συνδέονται με διαταραχές μνήμης και αλλαγές στον εγκέφαλο και το εντερικό μικροβίωμα.
Το αλάτι αποτελεί βασικό συστατικό της διατροφής, όμως η ισορροπία φαίνεται πως είναι ιδιαίτερα σημαντική. Νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι όχι μόνο η υπερβολική κατανάλωση, αλλά και η πολύ χαμηλή πρόσληψη αλατιού μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη μνήμη και τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Food Research International, εξέτασε τις επιπτώσεις διαφορετικών επιπέδων πρόσληψης αλατιού στη μνήμη, το εντερικό μικροβίωμα και την υγεία του εγκεφάλου.
Οι ερευνητές μελέτησαν 32 αρσενικά ποντίκια, στα οποία μεταμόσχευσαν μικροβίωμα από υγιείς ανθρώπους, ώστε να προσεγγίσουν περισσότερο τις συνθήκες του ανθρώπινου οργανισμού.
Τα ζώα χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και για 14 εβδομάδες ακολούθησαν διαφορετική διατροφή, κάποια φυσιολογική, κάποια πολύ χαμηλή σε αλάτι και κάποια ομάδα εξαιρετικά υψηλή σε αλάτι.
Στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες που αξιολογούσαν τη βραχυπρόθεσμη μνήμη, τη μνήμη αναγνώρισης και τη συμπεριφορά τους.
Το αποτέλεσμα ήταν αξιοσημείωτο, τα ποντίκια που κατανάλωναν είτε πολύ λίγο είτε υπερβολικά πολύ αλάτι εμφάνισαν χειρότερες επιδόσεις στη μνήμη συγκριτικά με εκείνα που ακολουθούσαν μια φυσιολογική διατροφή.
Τι συνέβη στον εγκέφαλο
Οι επιστήμονες εντόπισαν σημαντικές αλλαγές στον ιππόκαμπο, την περιοχή του εγκεφάλου που έχει καθοριστικό ρόλο στη μάθηση και τη δημιουργία αναμνήσεων.
Και οι δύο ακραίες διατροφές συνδέθηκαν με μειωμένα επίπεδα πρωτεϊνών που είναι απαραίτητες για την επικοινωνία μεταξύ των νευρώνων, μεταξύ άλλων των SYN1, PSD95 και BDNF.
Παράλληλα, μειώθηκε η ενεργοποίηση της CREB, μιας πρωτεΐνης που συμμετέχει στις διαδικασίες σχηματισμού και διατήρησης των αναμνήσεων.
Οι επιπτώσεις της υπερβολικής πρόσληψης αλατιού δεν περιορίστηκαν όμως στον εγκέφαλο.
Στα ποντίκια που ακολουθούσαν τη διατροφή με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι, οι ερευνητές διαπίστωσαν αυξημένα επίπεδα σημάτων φλεγμονής στο αίμα, αλλά και αλλαγές στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος.
Παράλληλα, μειώθηκαν τα επίπεδα του προπιονικού και του βουτυρικού οξέος, ουσιών που παράγονται από βακτήρια του εντέρου και συμμετέχουν σε σημαντικές λειτουργίες του οργανισμού.
Οι αλλαγές αυτές συνδέθηκαν με αυξημένο οξειδωτικό στρες στο έντερο και με συμπεριφορές που σχετίζονται με άγχος.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πολύ χαμηλή πρόσληψη αλατιού φαίνεται να επηρεάζει τη μνήμη μέσω διαφορετικού μηχανισμού.
Η έντονη στέρηση αλατιού συνδέθηκε κυρίως με αλλαγές στις πρωτεΐνες των συνάψεων του ιππόκαμπου, επηρεάζοντας έτσι την ικανότητα των νευρώνων να επικοινωνούν αποτελεσματικά και να δημιουργούν νέες αναμνήσεις.
Αντίθετα, η υπερβολική πρόσληψη αλατιού φάνηκε να ενεργοποιεί περισσότερο μηχανισμούς φλεγμονής και οξειδωτικού στρες, με το εντερικό μικροβίωμα να φαίνεται ότι συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία.
Γιατί έχει σημασία η νέα έρευνα
Η υπερβολική κατανάλωση αλατιού αποτελεί ήδη γνωστό παράγοντα κινδύνου για την υψηλή αρτηριακή πίεση και τα καρδιαγγειακά προβλήματα. Ωστόσο, οι συνέπειες της παρατεταμένης και έντονης μείωσης του αλατιού στη λειτουργία του εγκεφάλου έχουν μελετηθεί πολύ λιγότερο.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα νέα ευρήματα ενισχύουν την άποψη πως η ισορροπία στην πρόσληψη αλατιού μπορεί να είναι σημαντική όχι μόνο για την καρδιαγγειακή υγεία, αλλά και για τον εγκέφαλο και το έντερο.
Χρειάζεται προσοχή και στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων
Παρά το ενδιαφέρον των ευρημάτων η μελέτη έγινε σε ποντίκια και, επομένως, δεν μπορεί να αποδείξει ότι οι ίδιες ακριβώς επιδράσεις εμφανίζονται και στους ανθρώπους.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι χρειάζονται νέες μελέτες προκειμένου να προσδιοριστεί ποιο είναι το χαμηλότερο ασφαλές επίπεδο πρόσληψης αλατιού και αν παρεμβάσεις στο εντερικό μικροβίωμα μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις που συνδέονται με τις διαταραχές στην πρόσληψη αλατιού.
Το μήνυμα της μελέτης, πάντως, είναι σαφές: όταν πρόκειται για το αλάτι, ούτε η υπερβολή ούτε οι ακραίοι περιορισμοί φαίνεται να αποτελούν ιδανική επιλογή για τον οργανισμό.



























