Όταν ιδρύεται μια επιχείρηση (ατομική, εταιρική, νομική οντότητα) με έδρα κράτους – μέλους της Ε.Ε, ασφαλώς αποκτά και ΑΦΜ ( Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ) στη χώρα εκείνη .
Όταν δε αυτή η επιχείρηση (εταιρία) πρόκειται να δραστηριοποιηθεί για αγορές, πωλήσεις, παροχή υπηρεσιών, με άλλες επιχειρήσεις που εδρεύουν σε άλλα κράτη- μέλη της Ε.Ε, θα πρέπει να εγγραφεί και στο σύστημα VIES για ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Αυτό συμβαίνει άλλωστε και με τις Ελληνικές επιχειρήσεις.
Μια Ευρωπαϊκή λοιπόν εταιρία (fund) του ν. 3156/2003 (εταιρία ειδικού σκοπού), μπορεί να αποκτήσει τραπεζικό λογαριασμό στην Ελλάδα, που δραστηριοποιείται , αρκεί να ταυτοποιήσει όλα τα φορολογικά της στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνικού ΑΦΜ που πρέπει να αποκτήσει πρώτα, από την ΑΑΔΕ . Σε αντίθετη περίπτωση ελέγχεται η τράπεζα από την ΑΑΔΕ, που άνοιξε τον λογαριασμό, αλλά και από την Τράπεζα της Ελλάδος, που εξέδωσε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, σ αυτή την ξένη εταιρία.
Αυτό δε είναι αδιάφορο αν η ξένη εταιρία έχει συμβληθεί με σύμβαση (υποχρεωτικά) με εταιρία διαχείρισης δανείων και πιστώσεων του ν. 4354/2015 (servicer) , με έδρα την Ελλάδα. Στη σύμβαση των, που συντάσσεται στην Ελλάδα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, απαραίτητα αναγράφεται και ο ΑΦΜ αυτών.
Να ληφθεί υπόψιν ότι η σύμβαση – συμβόλαιο ανάθεσης διαχείρισης δανείων και πιστώσεων, μεταξύ εταιρίας ειδικού σκοπού (fund) του ν. 3156/2003 και της εταιρίας ανάληψης διαχείρισης αυτών (servicer), του ν. 4354/2015, είναι φορολογικό στοιχείο όπως και για τις αγορές δανείων και πιστώσεων. Στην περίπτωση δε που λείπουν βασικά στοιχεία ταυτοποίησης, αυτό ως φορολογικό στοιχείο, είναι ανακριβές και εικονικό υποκρύπτον σκοπιμότητα, οπότε είναι παράβαση (ν. 134/1996) και κρίνεται ΑΚΥΡΟΝ , όπως αποφάνθηκαν και δικαστήρια.
Επίσης, στη σύμβαση- συμβόλαιο πρέπει να αναφέρεται αν η εταιρία διαχείρισης δανείων και πιστώσεων θα εισπράττει αυτή ή όχι τις οφειλές των δανειοληπτών και κάθε άλλη είσπραξη ή πληρωμή που αφορούν την εταιρία ειδικού σκοπού ή θα περιορίζεται αυτή, η εταιρία διαχείρισης, στα λοιπά της ανάθεσης διαχείρισης (όπως ρυθμίσεις, αλληλογραφία κ.λ.π.).
Σχετικά με την είσπραξη των καταθέσεων ποσών από τους δανειολήπτες στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας ειδικού σκοπού (fund), υπενθυμίζεται ότι εφαρμόζεται η διαδικασία εκταμίευσης , ως ο ν. 4915/2022 (Α. ΦΕΚ 63) προβλέπει , χωρίς να παραλείπεται και εδώ η υποχρέωση κατάθεσης του Ελληνικού ΑΦΜ που έπρεπε να είχε αποκτηθεί από αυτή την ξένη εταιρία ειδικού σκοπού, μέσω της ΑΑΔΕ.
Ο ν. 3156/2003 επιζητεί επίσης από την ξένη εταιρία ειδικού σκοπού (fund), την απόκτηση Ελληνικού ΑΦΜ για την λειτουργία της επί των αποθεμάτων που άπτονται της αρμοδιότητας της ΑΑΔΕ, άσχετα αν τελικά φορολογείται αυτή η εταιρία ή απαλλάσσεται του φόρου ή φορολογείται στη χώρα προέλευσης της, προς αποφυγή τυχούσης διπλής φορολογίας. Αλλιώς δεν νομιμοποιείται. Και αυτό συνάγεται εμμέσως όπως παρακάτω θα αναφερθεί.
Μάλιστα δε οι όποιοι αρμόδιοι, με βάση την εφαρμογή των νόμων, που προαναφέρθηκαν, ως και του ν. 5072/2023, μαζί και με διατάξεις Οδηγίας, αφού εκδόθηκε, του Ενωσιακού Δικαίου, αναμένεται να εφαρμόζουν τα πρέποντα, χωρίς παράλειψη ή παραλλαγή προς αποφυγή των. Εφόσον δε έχουν την εποπτεία και παρακολούθηση λειτουργίας των, χρειάζεται απαραιτήτως η προληπτική χαλιναγώγηση και συμμόρφωση αυτών, σε κάθε περίπτωση.
Στο άρθρ. 14 του ν. 3156/2003 λοιπόν , περί φορολογίας και στην παράγρ. 11, που ισχύει, αναφέρεται ότι:
« Για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος της εταιρίας ειδικού σκοπού (fund) των άρθρ. 10 και 11, οι τόκοι των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων θεωρούνται εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.
Από τα ακαθάριστα έσοδα της εκπίπτουν, επιπλέον των δαπανών απόκτησης εισοδήματος….και οι τόκοι και τα συναφή έξοδα των δανείων πιστώσεων και συμβάσεων παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων που συνομολογεί….».
Και στην παράγρ. 13 αυτού του άρθρου αναφέρεται ότι :
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού…. εφαρμόζονται και σε περίπτωση μεταβίβασης απαιτήσεων προς τιτλοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτού του ν. 3156/2003, κατά την οποία η εταιρία ειδικού σκοπού (fund) του άρθρου 10 εδρεύει στην αλλοδαπή.
Γι αυτή την φορολόγηση, του άρθρ. 14 παράγρ. 11 και 13 του ν. 3156/2003, η αρμόδια Αρχή απευθύνεται στον υπόχρεο με τα πρέποντα στοιχεία του, συμπεριλαμβανομένου σ αυτά και του ΑΦΜ, φυσικά ( την εταιρία δηλαδή ειδικού σκοπού (fund) και όχι στον διαχειριστή της, που αυτός είναι δυνατόν να τακτοποιήσει τον ζητούμενο φόρο, αν στο συμφωνητικό μεταξύ αυτών των συμβαλλομένων προβλέπεται. Είναι δικό τους θέμα τακτοποίησης της υποχρέωσης.
Οπότε, με βάση τα παραπάνω, απαραίτητη η λειτουργία λογιστηρίου αυτής της ξένης επιχείρησης, Δηλαδή για την τήρηση του αναγκαία και απαραίτητη είναι η απόκτηση ΑΦΜ.
Αν δεν αποκτήθηκε ΑΦΜ, τότε όλες οι λειτουργίες της επιχείρησης αυτής (αγορές, πωλήσεις, δαπάνες, λειτουργικές υποχρεώσεις, αναθέσεις διαχείρισης κ.λ.π. είναι ΑΚΥΡΕΣ εξ αρχής.
Εξ όλων αυτών συνάγεται το συμπέρασμα, ότι οι ξένες εταιρίες ειδικού σκοπού (funds) του ν. 3156/2003, που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και στις οποίες έχουν μεταβιβαστεί- πωληθεί τραπεζικές δανειακές συμβάσεις για τιτλοποίηση, υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις παραπάνω διατάξεις του άρθρ. 14 παραγρ. 11 και 13 αυτού του νόμου, αφού τις εταιρίες αυτές αφορούν, χωρίς να απαλλάσσονται της υποχρέωσης, εκ του νόμου προερχόμενης, και όχι τις εταιρίες διαχείρισης δανείων και πιστώσεων (servicers), με τις οποίες έχουν συμβληθεί, και δεν είναι στην διακριτική τους διάθεση να μεταβιβάσουν την υποχρέωση αυτή σ αυτές.
Συνεπώς, απαιτείται η τήρηση ανάλογων φορολογικών βιβλίων απ αυτές και γι αυτό ακόμα η υποχρέωση απόκτησης ΑΦΜ από την ΑΑΔΕ, είναι αναγκαία.
Σε αντίθετη περίπτωση, όλες οι ενέργειες ( συμβάσεις, τραπεζικοί λογαριασμοί, αγορές, πωλήσεις, δαπάνες, προμήθειες, αμοιβές, ενοίκια, απασχόληση κ.ά είναι ΑΚΥΡΕΣ εξ αρχής.
Μάλιστα δε ευθύνη έχουν και όσοι εμπλέκονται. Γι αυτό απαραίτητη είναι και η εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4174/2013 αρθρ. 54 και για τους εμπλεκόμενους.
Του κ. Ιωάννη Ρόνα
Φοροσυμβούλου
Αρθρογράφου

























