Με μεθόδους που παραπέμπουν σε ψηφιακή πλατφόρμα delivery παρά σε κύκλωμα διακίνησης, δύο νεαροί στη Θεσσαλονίκη είχαν στήσει ένα σύγχρονο δίκτυο εμπορίας ναρκωτικών.
Στη σύλληψη δύο νεαρών, ηλικίας 21 και 19 ετών, προχώρησαν οι αστυνομικές Αρχές στη Θεσσαλονίκη, καθώς φέρονται να είχαν αναπτύξει δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, αξιοποιώντας την τεχνολογία και τις δυνατότητες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες της ΕΛ.ΑΣ., οι δύο κατηγορούμενοι χρησιμοποιούσαν διαδικτυακές εφαρμογές επικοινωνίας, ενώ είχαν επιστρατεύσει ακόμη και QR codes, προκειμένου να διευκολύνουν τις παράνομες συναλλαγές τους στο κέντρο της πόλης.
Οπως είχε αποκαλύψει η Realnews σε προηγούμενα δημοσιεύματά της, συχνά το σκανάρισμα των QR codes μπορεί να κρύβει πολλούς κινδύνους, όπως μεταφορά σε ιστοσελίδες του dark web μέσω των οποίων παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα και τραπεζικοί λογαριασμοί αλλά και με τις οποίες πραγματοποιείται προμήθεια ναρκωτικών ουσιών. Πλέον θεωρείται ιδιαίτερα διαδεδομένος τρόπος «προσέλκυσης» νέων πελατών στα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών. Οπως λένε οι ειδικοί, η μέθοδος με το σκανάρισμα του QR code για την πώληση και την αγορά των ναρκωτικών ουσιών είναι πολύ αποτελεσματική και σχεδόν αόρατη στις Αρχές.

Όταν συνελήφθησαν, ο 19χρονος είχε στην κατοχή του 107 γραμμάρια χασίς, χωρισμένα σε επτά διαφορετικές συσκευασίες, ενώ ο 21χρονος είχε μαζί του 48 αυτοκόλλητα με QR code. Η επαφή της κάμερας οποιουδήποτε κινητού με τα QR codes οδηγούσε σε διαδικτυακή πλατφόρμα παραγγελίας ναρκωτικών.
Οι δύο δράστες είχαν τοποθετήσει σε κεντρικά σημεία της πόλης της Θεσσαλονίκης αυτοκόλλητα με QR codes, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να τα σκανάρουν και να έχουν εύκολη πρόσβαση για την επόμενη παραγγελία τους. Μέσω αυτής της διαδικασίας οδηγούνταν απευθείας σε διαδικτυακό κανάλι επικοινωνίας, όπου πραγματοποιούνταν οι παραγγελίες των ναρκωτικών από συγκεκριμένους διαχειριστές των ψηφιακών μέσων, οι οποίοι είναι στην ουσία διακινητές παράνομων ουσιών. Το κύκλωμα φαίνεται πως λειτουργούσε με ιδιαίτερα οργανωμένο τρόπο, αξιοποιώντας ψηφιακά μέσα ώστε να δυσχεραίνει κάθε προσπάθεια εντοπισμού του από τις Αρχές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος πληρωμής των αγοραστών, καθώς οι συναλλαγές πραγματοποιούνταν κυρίως μέσω κρυπτονομισμάτων, στοιχείο που καταδεικνύει τη χρήση σύγχρονων μεθόδων για την απόκρυψη των οικονομικών ιχνών. Οι έρευνες της Αστυνομίας συνεχίζονται προκειμένου να διαπιστωθεί το πλήρες εύρος της δράσης τους, αλλά και τυχόν εμπλοκή άλλων προσώπων στην υπόθεση.
Ραγδαία αύξηση
Για την ευκολία αλλά και για τους κινδύνους που κρύβει η νέα σύγχρονη μέθοδος διακίνησης ναρκωτικών, μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες, μιλά στην «R» ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Κυβερνοασφάλειας, αντιστράτηγος της ΕΛ.ΑΣ. (ε.α.) και ειδικός ερευνητής Ηλεκτρονικών Εγκλημάτων, Μανώλης Σφακιανάκης. Οπως τονίζει, τα τελευταία χρόνια η συγκεκριμένη μέθοδος έχει διαδοθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, «μετρώντας» πολλά δισεκατομμύρια.
«Σκανάρεις έναν κωδικό στον τοίχο, στο μετρό, ακόμα και σε αφίσα. Σε δευτερόλεπτα βρίσκεσαι σε αγορά ναρκωτικών. Αυτή δεν είναι σκηνή από ταινία, είναι η νέα σκληρή πραγματικότητα. Εχουν καταγραφεί darknet αγορές που διαφήμιζαν τα προϊόντα τους μέσω QR codes τοποθετημένων σε βαγόνια μετρό, εκεί που ταξιδεύουν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων ανηλίκων. Η μέθοδος είναι αδίστακτα αποτελεσματική: ανώνυμη, ταχύτατη, σχεδόν αόρατη για τις Αρχές», δηλώνει ο Μ. Σφακιανάκης, τονίζοντας πως η ψηφιακή διακίνηση ναρκωτικών είναι παγκόσμιο φαινόμενο. «Οι αριθμοί σοκάρουν. Οι διαδικτυακές πωλήσεις παράνομων ναρκωτικών ξεπέρασαν τα 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, με ετήσια αύξηση άνω του 19%. Εφαρμογές όπως το Telegram και το Signal έχουν εξαλείψει ουσιαστικά τα τεχνολογικά εμπόδια, οποιοσδήποτε μπορεί πλέον να αγοράσει ναρκωτικά με μερικά κλικ», λέει στην «R».
Όπως αναφέρει, το QR code έγινε το νέο «σκοτεινό σημείο» της διακίνησης ναρκωτικών, καθώς μέσα σε δευτερόλεπτα ένας ανήλικος ή ένας νέος μπορεί να σαρώσει έναν κωδικό σε τοίχο, αυτοκόλλητο, κάρτα ή social media και να οδηγηθεί απευθείας σε κλειστές ομάδες, εφαρμογές επικοινωνίας και ψηφιακές «βιτρίνες» διακίνησης ουσιών.
«Το φαινόμενο εξαπλώνεται με ανησυχητική ταχύτητα, γιατί δίνει στους διακινητές ανωνυμία, ταχύτητα και δυσκολία εντοπισμού. Δεν υπάρχει πλέον η κλασική εικόνα του εμπόρου στον δρόμο. Η προσέγγιση γίνεται ψηφιακά, αθόρυβα και πολλές φορές αόρατα για γονείς και εκπαιδευτικούς. Το πιο επικίνδυνο στοιχείο είναι ότι τα QR codes δημιουργούν μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας. Ενας κωδικός φαίνεται αθώος. Ομως μπορεί να κρύβει πρόσβαση σε ναρκωτικά, παράνομες συναλλαγές ή εγκληματικά δίκτυα», σημειώνει ο Μ. Σφακιανάκης.




























