Το τεστ προβλέπει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο στοχευμένες μελέτες και θεραπείες.
Μια εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει αν φαινομενικά υγιείς ηλικιωμένοι είναι πιθανό να εμφανίσουν συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ μέσα στα επόμενα πέντε ή δέκα χρόνια, σύμφωνα με ερευνητές.
Η πληροφορία αυτή μπορεί να είναι καθησυχαστική ή τρομακτική. Το σημαντικότερο όμως είναι πως σύμφωνα με τους επιστήμονες μπορεί να αποδειχθεί ένα κρίσιμο εργαλείο για την επιτάχυνση της ανάπτυξης φαρμάκων κατά της νόσου. Ο λόγος είναι πως θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό και την ένταξη ατόμων υψηλού κινδύνου σε μελέτες για πιθανές θεραπείες ή στρατηγικές πρόληψης του Αλτσχάιμερ.
Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη μεγάλες κλινικές δοκιμές που εξετάζουν αν ορισμένα φάρμακα μπορούν να προλάβουν ή τουλάχιστον να καθυστερήσουν τη νόσο. Αν κάποια από αυτά αποδειχθούν αποτελεσματικά, οι γιατροί θα χρειαστούν έναν εύκολο τρόπο για να γνωρίζουν ποιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να τα δοκιμάσουν.
Οι επιστήμονες πίσω από τη νέα μελέτη τονίζουν ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για να αναζητήσουν οι υγιείς άνθρωποι την εξέταση p-tau217. Η συγκεκριμένη εξέταση σε πρώτη φάση χρησιμοποιείται για να βοηθήσει στη διάγνωση του αν άτομα που παρουσιάζουν γνωστικά προβλήματα έχουν Αλτσχάιμερ ή κάποια άλλη διαταραχή.
«Περιμένετε και κάντε την εξέταση όταν θα μπορείτε ενδεχομένως να κάνετε κάτι γι’ αυτό», τόνισε στο Associated Press η δρ. Reisa Sperling, από το Mass General Brigham Neuroscience Institute και βασική συγγραφέας της μελέτης. «Σε αυτό το στάδιο δεν θα αλλάζο αυτό που θα έλεγα σε κάποιον να κάνει. Θα συνέχιζα να του λέω να τρέφεται σωστά, να κοιμάται καλά, να ασκείται πολύ και να παραμένει ενεργός», επισήμανε.
Τι έδειξαν τα νέα ευρήματα
Τα νέα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο JAMA και παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο της Alzheimer’s Association στο Λονδίνο, έδειξαν ότι οι ηλικιωμένοι χωρίς συμπτώματα, οι οποίοι είχαν πολύ υψηλά επίπεδα p-tau217, είχαν κίνδυνο 38% να αναπτύξουν γνωστική εξασθένηση μέσα σε πέντε χρόνια. Ο κίνδυνος αυτός αυξανόταν στο 78% μέσα σε δέκα χρόνια.
Δεν είναι απολύτως σαφές τι προκαλεί τη νόσο Αλτσχάιμερ. Ωστόσο, τα χαρακτηριστικά της σημάδια είναι οι αμυλοειδείς πλάκες που συσσωρεύονται στον εγκέφαλο και τα συμπλέγματα tau που καταστρέφουν τους νευρώνες. Η εξέταση p-tau217 μετρά μια μορφή της πρωτεΐνης tau, η οποία σχετίζεται με το πόση συσσώρευση πλακών έχει κάποιος και δίνει μια ένδειξη για τα συμπλέγματα tau, σύμφωνα με τη Sperling.
Η ομάδα του Mass General Brigham ανέλυσε δεδομένα από 2.684 ηλικιωμένους, οι οποίοι ήταν υγιείς όταν εντάχθηκαν σε μακροχρόνιες μελέτες για τη νόσο Αλτσχάιμερ. Οι συμμετέχοντες έκαναν την εξέταση αίματος p-tau217 κατά την ένταξή τους και υποβάλλονταν κάθε χρόνο σε γνωστικό έλεγχο. Από την πρώτη ένταξη συμμετεχόντων το 2004 έως πέρυσι, περίπου 478 είχαν αναπτύξει γνωστική εξασθένηση.
Οι συμμετέχοντες στη μελέτη με πολύ χαμηλά επίπεδα p-tau217 είχαν αντίστοιχα χαμηλό κίνδυνο να αναπτύξουν γνωστική εξασθένηση μέσα στην περίοδο των πέντε έως δέκα ετών.
Το δύσκολο σημείο στην πρόβλεψη του Αλτσχάιμερ
Όπως εξηγούν ειδικοί στο Associated Press, υπάρχει ένα παράδοξο στην πρόβλεψη της νόσου Αλτσχάιμερ: πολλοί άνθρωποι έχουν υψηλά επίπεδα αμυλοειδών πλακών, αλλά δεν αναπτύσσουν ποτέ άνοια. Μια βασική θεωρία είναι ότι, σε κάποιο σημείο, η συσσώρευση αμυλοειδούς πυροδοτεί τον σχηματισμό μιας μη φυσιολογικής μορφής tau, η οποία δημιουργεί συμπλέγματα και οδηγεί σε συμπτώματα.
Η Sperling ανέφερε ότι τα δεδομένα από την εξέταση αίματος προσφέρουν ορισμένες νέες ενδείξεις. Παρότι διαφορετικά ενδιάμεσα επίπεδα p-tau217 σηματοδοτούσαν προοδευτικά αυξανόμενο κίνδυνο, μόνο το πολύ υψηλότερο επίπεδο φάνηκε να σχετίζεται με άλλα στοιχεία για αυτό το κρίσιμο σημείο καμπής.
«Πρόκειται για μια σταδιακή διαδικασία, κατά την οποία το αμυλοειδές και η tau συσσωρεύονται στον εγκέφαλο, και αυτός ο βιοδείκτης που βασίζεται στο αίμα σας δείχνει πόσο μακριά βρίσκεστε σε αυτή τη διαδικασία», σημείωσε.
Γιατί οι επιστήμονες συστήνουν προσοχή
Επιστήμονες που δεν συμμετείχαν στη μελέτη επαίνεσαν τους ερευνητές για τα ευρήματά τους, αλλά παράλληλα ανέφεραν λόγους για τους οποίους χρειάζεται προσοχή. Ένας από αυτούς είναι ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό των συμμετεχόντων είχε παρακολουθηθεί για μια πλήρη δεκαετία. Επομένως, υπάρχει μικρότερη βεβαιότητα για την εκτίμηση του κινδύνου στα δέκα χρόνια σε σχέση με την εκτίμηση στα πέντε χρόνια.
Επιπλέον, οι προβλέψεις μπορεί να επηρεάζονται από άλλους παράγοντες. Οι ηλικιωμένοι μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο να πεθάνουν από κάποια άλλη αιτία ή να έχουν καρδιαγγειακά προβλήματα που μπορούν να προκαλέσουν αγγειακή άνοια και όχι νόσο Αλτσχάιμερ, σημείωσαν οι δρ. Suzanne Schindler, από το Washington University στο St. Louis, και David Wolk, από το University of Pennsylvania, σε σχόλιο που δημοσιεύθηκε στο JAMA.
Οι εξετάσεις αίματος «δεν είναι ακόμη αρκετά ακριβείς ώστε να καθοδηγούν εξατομικευμένες προγνώσεις», έγραψαν η Schindler, η οποία επίσης μελετά τις προγνωστικές δυνατότητες της p-tau217, και ο Wolk. Παρ’ όλα αυτά, ανέφεραν ότι η νέα εργασία έχει «προσφέρει ένα κρίσιμο κομμάτι του παζλ».
Ήδη «έρχονται άνθρωποι και λένε: “Θέλω αυτή την εξέταση αίματος. Έχω οικογενειακό ιστορικό νόσου Αλτσχάιμερ”», είπε η Jessica Langbaum, από το Banner Alzheimer’s Institute στο Phoenix, κάτι που προς το παρόν αποθαρρύνει έντονα.
«Τα ευρήματα αυτά είναι αρκετά ισχυρά», πρόσθεσε η Langbaum, και μια προγνωστική εξέταση αίματος θα ήταν «πραγματικά σημαντική» — αλλά μόνο αν οι συνεχιζόμενες μελέτες δείξουν τελικά ότι υπάρχει ένα φάρμακο που θα μπορούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους πριν αρχίσουν τα συμπτώματα.

































