Η κυβέρνηση εξετάζει αλλαγές στο καθεστώς τεκμαρτής φορολόγησης που αφορά περίπου 700.000 ελεύθερους επαγγελματίες. Το νέο μοντέλο αναμένεται να συνδέει το ύψος του τεκμαρτού εισοδήματος με συγκεκριμένους δείκτες φορολογικής συνέπειας. Ο σχεδιασμός προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση των τεκμηρίων, ενώ για επαγγελματίες που παρουσιάζουν σταθερά υψηλό επίπεδο συμμόρφωσης εξετάζεται ακόμη και η πλήρης απαλλαγή από τον τεκμαρτό τρόπο υπολογισμού.
Μεταξύ των κριτηρίων που βρίσκονται υπό εξέταση είναι η έγκαιρη καταβολή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, η συμμόρφωση με το myDATA, η χρήση POS και ηλεκτρονικών πληρωμών, η ηλεκτρονική τιμολόγηση και τα ψηφιακά δελτία αποστολής. Παράλληλα, θα λαμβάνονται υπόψη ο περιορισμός των συναλλαγών με μετρητά και η τήρηση των ρυθμίσεων για οφειλές. Όσο περισσότερα στοιχεία διαθέτει η ΑΑΔΕ για την πραγματική οικονομική δραστηριότητα ενός επαγγελματία, τόσο μικρότερη εκτιμάται ότι θα είναι η ανάγκη εφαρμογής των τεκμηρίων.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει επισημάνει ότι στόχος δεν είναι η μόνιμη διατήρηση του σημερινού συστήματος. Οι σχετικές παρεμβάσεις αναμένεται να παρουσιαστούν στη ΔΕΘ, ενώ οι πρώτες αλλαγές σχεδιάζεται να τεθούν σε εφαρμογή από το 2027. Προς το παρόν, πάντως, δεν εξετάζεται η άμεση και καθολική κατάργηση των τεκμηρίων, καθώς το συγκεκριμένο σύστημα αποφέρει περίπου 500 εκατ. ευρώ ετησίως στα κρατικά ταμεία.
Τα φορολογικά στοιχεία δείχνουν ότι από τους 714.465 επαγγελματίες, οι 387.532 φορολογήθηκαν με βάση το τεκμαρτό εισόδημα. Το μέσο εισόδημα που δηλώθηκε διαμορφώθηκε στα 3.665 ευρώ ετησίως, δηλαδή περίπου 305 ευρώ τον μήνα. Για όσους εφαρμόστηκε ο τεκμαρτός προσδιορισμός, το μέσο φορολογητέο εισόδημα ανήλθε στα 13.107 ευρώ και ο μέσος φόρος στα 1.815 ευρώ.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις εμφανίζονται και μεταξύ των επαγγελματικών κλάδων. Στα κομμωτήρια, κέρδη δήλωσε το 41% των επαγγελματιών, με μέσο ετήσιο εισόδημα 4.918 ευρώ, ενώ στα μπαρ το αντίστοιχο ποσοστό περιορίστηκε στο 32%, με μέσο εισόδημα 9.616 ευρώ. Στα συνεργεία αυτοκινήτων κέρδη εμφάνισε το 50% των επαγγελματιών, ενώ στους υδραυλικούς το ποσοστό έφτασε το 67%.




























