Aπόφαση -σταθμό για την προστασία των πολιτών που πέφτουν θύματα ηλεκτρονικής απάτης μέσω phishing εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ξεκαθαρίζοντας ότι οι τράπεζες υποχρεούνται να επιστρέφουν άμεσα τα χρήματα από μη εγκεκριμένες συναλλαγές, ακόμη κι όταν θεωρούν ότι ο πελάτης επέδειξε βαριά αμέλεια.
Ωστόσο, το Ευρωδικαστήριο, κρατά ανοιχτή και μια ομπρέλα προστασίας για τις Τράπεζες καθώς ορίζει ρητά ότι είναι δύο ξεχωριστά σημαινόμενα η άμεση επιστροφή των χρημάτων και η τελική απόδοση ευθύνης για την απάτη και στη βάση αυτή δίνει στις Τράπεζες τη δυνατότητα της επαναδιεκδίκησης του ποσού, υπό προϋποθέσεις.
Τι ορίζει η απόφαση
Στην σχετική απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2026 (υπόθεση C-70/25) , η επιστροφή πρέπει να πραγματοποιείται το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας από τότε που η τράπεζα διαπιστώνει ή ενημερώνεται για τη συναλλαγή.
Η απόφαση ήρθε ύστερα αίτηση Πρωτοδικείου της Πολωνίας που αφορούσε στην υπόθεσης πελάτισσας πολωνικής τράπεζας, η οποία εξαπατήθηκε μέσω παραπλανητικού συνδέσμου και καταχώρισε τους τραπεζικούς κωδικούς της σε πλαστή ιστοσελίδα. Οι δράστες αφαίρεσαν περίπου 700 ευρώ, αλλά η τράπεζα αρνήθηκε να τα επιστρέψει, επικαλούμενη βαριά αμέλεια.
Το Ευρωπαΐκό Δικαστήριο έκρινε ότι η επίκληση βαριάς αμέλειας δεν δικαιολογεί την άρνηση άμεσης επιστροφής. Ωστόσο, η τράπεζα μπορεί στη συνέχεια να διεκδικήσει τα χρήματα, εφόσον αποδείξει ότι ο πελάτης ευθύνεται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Η εξαίρεση
Μοναδική εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής προβλέπεται όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες απάτης από τον ίδιο τον πελάτη, οι οποίες γνωστοποιούνται εγγράφως στην αρμόδια εθνική αρχή.
Τι πρέπει να κάνουν οι πολίτες
Όσοι διαπιστώνουν ότι αφαιρέθηκαν χρήματα χωρίς την έγκρισή τους πρέπει να ενημερώνουν αμέσως την τράπεζά τους, να ζητούν την αμφισβήτηση της συναλλαγής και την επιστροφή του ποσού, κρατώντας αποδεικτικά της επικοινωνίας.
Εάν η τράπεζα αρνηθεί, μπορούν να υποβάλουν έγγραφη διαμαρτυρία, επικαλούμενοι την απόφαση C-70/25 και τις διατάξεις της ευρωπαϊκής οδηγίας 2015/2366.



























